Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 Image

Ο Άντον Τσέχωφ, ένας από τους μεγαλύτερους Ρώσους δραματουργούς τού εικοστού αιώνα ήξερε το θέατρο από μέσα και την ανθρώπινη φύση μέσα-έξω. Ανάλωσε τη ζωή του στην υπηρεσία τού συνανθρώπου του, υπηρετώντας ως γιατρός αλλά και ως συγγραφέας μάρτυρας τού καιρού του. Τα συμπεράσματά του για την ανθρώπινη κατάσταση είναι πικρά, αλλά δεν γίνονται ποτέ πικρόχολα. Φιλάνθρωπος εκ πεποιθήσεως κέρδισε την αθανασία, αποδεχόμενος – όπως ο Σαίξπηρ – τη φθαρτότητα τού πρόσκαιρου. Σε αυτό το “Κύκνειο Άσμα” του ένας ταλαντούχος ηθοποιός απομυθοποιεί το ρόλο τού επιτυχημένου θεατράνθρωπου και καταδεικνύει τη χαρμολύπη τής μοναξιάς και τής απομόνωσης που είναι προϋπόθεση για κάθε δημιουργία. Το τέρας τής σκηνής, ο φιλικός μπαμπούλας τού υποβολείου, η μαύρη μαρμάγκα τής σκοτεινής πλατείας, τα κείμενα και το μνημονικό που υποβοηθιέται από το αλκοόλ για να σε εγκαταλείψει αμέσως μετά στα κρύα τού λουτρού, όπως λέει ο αγουροξυπνημένος σαιξπηρικός θυρωρός στον “Μάκβεθ”.

          Το έργο ευτύχησε να σκηνοθετηθεί από την Μάγκυ Μοντζολή, με γνώση, μεράκι, απλότητα και προσοχή στις λεπτομέρειες. Επιτυχημένη σκηνογράφος ενδυματολόγος, ηρωική αφού κρατάει μία από τις πλέον σταθερές μέσα στο χρόνο σκηνές τής Αθήνας, παραγωγική, δημιουργική κι αθόρυβη, σεμνός εργάτης τής Τέχνης, όπως αρμόζει.

          Η αποκάλυψη για μένα ήταν ο ενενηντατριάχρονος Κοσμάς Παναγιωτίδης στο δικό του – ίσως – “Κύκνειο άσμα”. Όμως πάλι ποιος ξέρει; Και η Θεοπούλα σε αυτή τη σκηνή είχε λάμψει πριν φωτίσει με το χιούμορ και τη φυσική ευγένειά της τη μικρή οθόνη. Μπορεί κάποιος σεναριογράφος-τηλεσκηνοθέτης-παραγωγός να τον ανακαλύψει και να τον στήσει απέναντι από τη νεοελληνική μιζέρια μας ως παράδειγμα αντοχής και αρχοντιάς. Ερμήνευσε το ρόλο του με μέτρο, χαμηλούς τόνους, μια κάποια στομφώδη ρητορικότητα, που ταίριαζε παρ’ όλα αυτά στον τσεχωφικό ήρωα και μάγευσε το κοινό του.

          Δίπλα του, στο ρόλο τού υποβολέα, αυτοσχεδιαστικός, παντομιμικός, εύπλαστα χαμαιλεόντιος, υπερ-επαρκής ηθοποιός που ανυπομονώ να τον δω και σε άλλους ρόλους – πολλούς – δραματικούς και κωμικούς, ο Μιχαήλ Γιαννικάκης. Αν θέλετε να δείτε τι είναι υποκριτική τέχνη, πηγαίνετε να τον απολαύσετε. Στο θέατρο τής Ημέρας, τις Δευτέρες του Φεβρουαρίου στις 6:30 το απόγευμα. Η παράσταση διαρκεί μία ώρα περίπου. Βγαίνεις άφωνος και συγκλονισμένος. Διακριτική η μουσική επιμέλεια τής ξεχωριστής αυτής παράστασης που υπογράφουν οι Ιωάννης Παπλωματάς-Θάνος Αστερίου. Στους μπαρόκ φωτισμούς ο Γιώργος Σηφάκης.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr