Από τον ποιητή, κριτικό, θεατρολόγο και μεταφρασιολόγο Κωνσταντίνο Μπούρα

 

«Από την ύλη των ονείρων είμαστε φτιαγμένοι. Την ύπαρξή μας ύπνος την περιβάλλει» (από την Τρικυμία).

 

«Γιατί υπάρχουν πράγματα σε γη και ουρανό που η Φιλοσοφία σας δεν τα φτάνει» (από τον Άμλετ).

 

«-Πώς λένε αυτό το έργο που παίζουν οι θεατρίνοι γιε μου; -Mousetrap (Pοντικοπαγίδα)» (απαντάει ο Άμλετ).

 

Στον «Άμλετ» ο Σαίξπηρ τα λέει και τα αποκαλύπτει όλα. Είναι τόσο πλούσιο το «υπό-κείμενο» (subtext, sous-texte) που θαρρώ πως δεν έχει ακόμα αποκωδικοποιηθεί επαρκώς. Επιφυλάσσομαι να το πράξω σε ένα εκτενές μελέτημα.

Ό,τι όμως υπονοεί στο «Όνειρο θερινής νυκτός» με τα πολλαπλά εξωκοσμικά συμβολικά όντα, όσα καταγράφει και κατανοούμε στον «Μάκβεθ» και στον «Ριχάρδο τον Τρίτο» όπου εικονοποιεί την συμπαντική Νέμεσιν με εκπληκτικό δραματικό τρόπο, τα συμπληρώνει, τα ολοκληρώνει και τα καταθέτει στην κρυπτικότατη «Τρικυμία». Ο μάγος Πρόσπερος μπορεί να διατάζει τα στοιχεία τής Φύσης (αποτελεσματικότερα από τον έκπτωτο και ξεπεσμένο Βασιλιά Ληρ). Ο Πρόσπερος μπορεί να δημιουργεί μικροκλίμα, να προκαλεί καταιγίδα και ναυάγια, να επικαλείται στοιχειά και δαιμόνια που τον υπηρετούν πειθήνια σαν δουλάκια. Μπορεί να κάνει σχεδόν ό,τι θέλει σαν μεσαιωνικός αλχημιστής (ερευνητής, μελετητής, επιστήμονας). Στο τέλος όμως σπάει συμβολικά την μαγική του ράβδο, θάβει τα κομμάτια της κι αποσύρεται για πάντα από την σκηνή τού υπερβατικού κόσμου (καθώς αποσύρεται για πάντα και ο δημιουργός του, που ακούει στο συμβατικό όνομα William Shakespeare). Σύμπτωση; Παράλληλα με την ανάρρηση στο θρόνο τού Ιάκωβου, γιου τής Μαρίας Στιούαρτ τελειώνει και το λεγόμενο «ελισαβετιανό θέατρο» (άκρως παγανιστικό και πολυθεϊστικό, διονυσιακό θα έλεγα), που το υπηρέτησε μια πλειάδα συν-συγγραφέων (συν-ραφέων) [τότε δεν υπήρχε η έννοια τής πνευματικής ιδιοκτησίας αλλά οι διανοούμενοι συνεργάζονταν στις υπόγειες ταβέρνες, αποτόκους των αρχαίων καταγωγίων όπου οι μυήσεις ζωής και θανάτου συντελούνταν).

Η εξοικείωση με το μυστήριο τού Θανάτου φαίνεται καθαρά στο Φάντασμα τού αδικοσκοτωμένου πατέρα και συνονόματου τού υιού Άμλετ. Γιατί τους ονοματίζει ταυτοσήμως; Τι σημαίνει αυτή η επιλογή;

Πολλά τα ερωτηματικά όσο και τα ερωτήματα, όπως παραδείγματος χάριν ποιος είναι ο γάιδαρος που ερωτεύεται η Τιτάνια; Μήπως η αγγλοσαξωνική εκδοχή τού κατώτερου θεού Πάνα; Και μήπως αυτός ο Παν έχει σχέση με το Παν (το Όλον, το All That Is);

Φυσικά κι ο Καλντερόν ντε λα Μπάρκα έχει γράψει το «Η ζωή είναι ένα όνειρο», όμως εκεί η όποια «μεταφυσική» δεν είναι πρόδηλη αλλά υποφώσκουσα.

Στο συνολικό έργο τού Σαίξπηρ (ποιητικό και θεατρικό) τα ρομαντικά μοτίβα και στοιχεία από την μεσαιωνική ιρρασιοναλιστική [μη νοησιαρχική] θεώρηση τού κόσμου και του Ανθρώπου έως την Αναγεννησιακή έννοια τού απευλεθερωμένου από προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες ελλόγου όντος παραπέμπουν σαφώς στην ελληνορωμαϊκή Αρχαιότητα (Κλασική και προπλατωνική). Οι λεγόμενοι «προσωκρατικοί φιλόσοφοι» είναι πιο κοντά στην θεοσοφία και θεολογία τού δραματουργού Σαίξπηρ.

Το κρυπτικό ερώτημα που θέτει ο Νομπελίστας Γιώργος Σεφέρης «τι είναι θεός τι μη θεός και τι ανάμεσό τους;» απαντάται στον Σαίξπηρ με πολλούς και διάφορους τρόπους. Εξαντλεί θα έλεγα όλη την γκάμα φαντασμάτων, φασμάτων, ονείρων κι εφιαλτών, μάγων και μαγισσών, μεταμορφώσεων και μεταμορφωτών, εξωκοσμικών και αλλοδιαστασιακών / πολυδιαστασιακών όντων.

Κι αυτό δεν το πράττει – κατά την δική μου ταπεινή γνώμη και ερμηνεία – με σαφή ερευνητική πρόθεση, αλλά καθαρά ΠΟΙΗΤΙΚΑ. Χρησιμοποιεί αναγνωρίσιμα μοτίβα, σύμβολα, ταμπού και φετίχ με τρόπο σχεδόν προχριστιανικό, προμονοθεϊστικό, παγανιστικό, «εθνικό», βακχικό.

Οι Μαινάδες από τις Ευριπίδειες «Βάκχες» μπορεί να μην παρουσιάζονται αυτούσιες στο έργο του (και πιθανότατα τις αγνοιεί) στοιχειώνουν όμως όλο το φάσμα τής σαιξπηρικής δραματουργίας τόσο που μήτε ο Γιουνγκ ως ερευνητής τού αποκρυφισμού και των Γνωστικών δεν μπόρεσε να προσπελάσει.

Εν πολλοίς παραμένει terra incognita και desideratum τής διεθνούς, της παγκόσμιας έρευνας  όχι το ποιος ήταν πραγματικά ο Σαίξπηρ και πώς μπορούσε να έχει πρόσβαση σε τόσο βαθιές και μυστικές εν πολλοίς θεωρίες, αλλά πώς κατάφερε να τις ενσωματώσει ποιητικά στο δραματικό του έργο.

Κι αυτό το πραγματικό (το κυριολεκτικό και ουσιαστικό) ερώτημα θα παραμείνει θαρρώ αναπάντητο για πολλές δεκαετίες ακόμη.

Ας είμαστε λοιπόν ταπεινοί και συνετοί σε κάθε απόπειρα ερμηνείας του σαιξπηρικού έργου ανάλογα με τα εκάστοτε γνωστικά δεδομένα τής εποχής μας. Τα αρχέτυπα δεν επιδέχονται μίας και μοναδικής αναλύσεως. Πρόκειται για «ανοικτά συστήματα» διαρκώς και ταχέως (στα χρόνια μας) εμπλουτιζόμενα από τα Κοσμικά Ρεύματα που υπαινίσσεται ο «σκοτεινός» Ηράκλειτος.

Το ίδιο σκοτεινός κι ερεβώδης είναι ο William Shakespeare από το Stratford upon Avon που δεν δικαιολογεί αυτό καθ’ εαυτό μια τόσο οικουμενική, πλατιά κι ανεξερεύνητη Παιδεία.

Οι οιεσδήποτε νοητικές ακροβασίες διανοουμένων, μελετητών και κριτικών να επιτείνουν μόνον μπορούν την σύγχυση παρά να διαφωτίζουν τον επαρκή αναγνώστη τους.

Ακόμα και ο «Σαίξπηρ ο σύγχρονός μας» τού εξαιρετικού κι ευπώλητου Jan Kott είναι μια μη διαχρονική απόπειρα συγκερασμού περιορισμένων θεωρήσεων σε συγχρονικά και μόνον πλαίσια. Κάτι σαν εκσυγχρονιστική σύνοψη με καμία η ελάχιστη απαίτηση αιωνιότητας.

Ακριβώς όπως κι αυτό το επισημειωματικό πόνημα…

 

 

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας

https://konstantinosbouras.gr