Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Γενικώς απαρέσκομαι στο πολύ ξεμπρόστιασμα και ξεγύμνωμα επί σκηνής. Καλά τα σώψυχα και δουλειά τους είναι να τροφοδοτούν την Τέχνη ως πρώτη ύλη ΠΡΟΣ ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΙΝ. Η ψυχανάλυση έκανε πολλή ζημιά στο θέατρο και στη λογοτεχνία γενικότερα. Εξ αιτίας της και χάριν αυτής γεννήθηκε ίσως το μοντέρνο, τράφηκε το μεταμοντέρνο και μεταλλάσσεται ως καταστροφικός ιός σηψαιμίας στο μετά το μεταμοντέρνο θολό τοπίο. Και καλά να μιλάμε για τον εαυτό μας. Ας υποθέσουμε ότι πάσχουμε από σαδομαζοχιστικά σύνδρομα κι έχουμε κάθε δικαίωμα να αυτομαστιγωνόμεθα επί σκηνής κι επί τυπωμένης σελίδας, ειδικά όταν υπάρχουν κάποιοι πρόθυμοι να μας διαβάσουν ή να μας δουν. Κι ως εδώ όλα ωραία και καλά. Μόνο που κάποτε στομώνει η δημιουργική μας έμπνευση κι αρχίζουμε να βεβηλώνουμε τις ζωές και τις ιστορίες των άλλων. Κι από ποιους θα αρχίσουμε και σε ποιους θα καταλήξουμε; Μα φυσικά, στους πλησίον μας. Και καλά να έχουμε πάρει την άδειά τους πριν. Όταν όμως πρόλαβαν και πέθαναν, με ποιο δικαίωμα εμείς βγάζουμε τα άπλυτά τους στη φόρα; Τους ρωτήσαμε; Τους εκδικούμεθα που μας έθρεψαν; Καταθέτουμε ως μάρτυρες κατηγορίας σε ένα φοβερό βήμα, χωρίς να μας έχει καλέσει κανείς; Αυτοβούλως κι αυτοκλήτως; Φυσικά και το κοινό ψοφάει για τέτοιου είδους καταστάσεις. Όπως στην «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη, περιμένουμε όλοι να πεθάνει κάποιος επεισοδιακά ή όχι προκειμένου να διασκεδάσουμε εμείς στην κηδεία. Πόσο κακόγουστο μπορεί να είναι αυτό, πόσο άθλιο, πόσο ηθικά κατακριτέο; Δεν ξέρω. Η Τέχνη βασίζεται στην ελευθερία του λόγου και της έκφρασης. Κι η δημοκρατία επίσης. Καθένας όμως λαμβάνει τα επίχειρα των επιλογών του. Στο ενεχυροδανειστήριο του Χρόνου, είμαστε όλοι οφειλέτες.

Και ο Πέτρος Τατσόπουλος αστόχησε κατά την ταπεινή μου άποψη με την «Καλοσύνη των Ξένων» κι ο Αύγουστος Κορτώ με την διπολική μαμά «Κατερίνα» του. Σε μια παράσταση, όπου η υπερκινητική Λένα Παπαληγούρα υποδύεται με μεταμοντέρνα σκηνοθεσία και τρόπο έναν κόντρα-ρόλο, μακράν πολύ της μανιοκαταθλιπτικής ηρωίδας και το μουσικοθεατρικό κρεσέντο παρασέρνει τους αμύητους θεατές σε εύκολα χειροκροτήματα αρένας, εγώ ένιωσα μόνος, σκεπτόμενος την πεθαμένη, τι θα έλεγε αν έβλεπε αυτή την από σκηνής έκθεσή της. Ρομαντικό θα με πείτε. Ίσως. Έχω όμως μία αρχή. Δεν φτύνω ποτέ εκεί που φυλάω και δεν ξερνάω ποτέ εκεί που τρώγω. Στο βιβλίο μου «Αρχαίο φαγοπότι» παραθέτω αποσπάσματα όπου φαίνεται η πρωταρχική βάση της πόλεως: το να τρως ψωμί κι αλάτι με κάποιον, το να πίνεις κρασί, το να παρακάθεσαι στο ίδιο τραπέζι τον καθιστά ιερόν, αδελφοποιτό, τον θέτει στο απυρόβλητο της κακίας. Μόνον οι βάρβαροι δεν το σέβονται αυτό. Η μανία υιών, αδελφών και κορών να βγάζουν τα οικογενειακά εσώρουχα σε κοινή θέα, οδηγεί πάντα σε ευπώλητες καταστάσεις είτε πρόκειται για την αδελφή της Μαρίας Κάλλας (“Sisters”) είτε για το αδελφό του Λώρενς Ντάρρελ (“My family and other animals”). Βεβαίως και ο Τατσόπουλος κι ο Κορτώ δείχουν την ευγνωμοσύνη τους για τη θετή και φυσική οικογένειά τους αντίστοιχα, όμως αυτό ελάχιστα – κατά τη γνώμη μου – απαλύνει το αντιαισθητικόν του όλου εγχειρήματος. Είναι σα να δημοσιεύουμε φανταστικές βιογραφίες ιστορικών προσώπων και να τους φορτώνουμε με κρίματα και βίτσια που δεν τους αναλογούν, ή – ακόμα κι αν τα επέλεξαν – δεν αποδεικνύονται στο Δικαστήριο του Χρόνου. Η Αλήθεια κι η Μυθοπλασία είναι αντίθετες, συμπληρωματικές ή παραπληρωματικές έννοιες, η ανάμειξή τους όμως οδηγεί σε περίεργες καταστάσεις.

KATERINAKORTVPAPALIGOURAS

Τέλος πάντων, καλή η παράσταση του Γιώργου Νανούρη στο θέατρο Θησείον, με τον ίδιον επί σκηνής σε ρόλο υιού-πανεπόπτη υποβολέα, με τον εκπληκτικό μουσικό Λόλεκ, που δίνει τη σωστή αντίστιξη στο υπερπαίξιμο της πρωταγωνίστριας Λένας Παπαληγούρα. Ξέρετε, ο γερμανικός εξπρεσσιονισμός σε συνδυασμό με την εξωστρεφή μεσογειακή μας φύση οδηγεί σε τερατωδίες από υποκριτικής απόψεως, αφού καταστρατηγείται πλήρως το παράδοξο του Ντιντερό και η μέθοδος Στανισλάβσκι-Λη Στράσμπεργκ (η βάση της σύγχρονης τέχνης του ηθοποιού).  Παρά τις όποιες γραπτές και ενυπόγραφες επιφυλάξεις μου, δηλώνω ευθαρσώς και με γνώσιν των συνεπειών του Νόμου ότι σέβομαι απεριόριστα στο έργο, την προσωπικότητα και τις επιλογές, τόσο του Πέτρου Τατσόπουλου όσο και του Αύγουστου Κορτώ. Δουλειά του κριτικού όμως είναι να φωτίζει τα πολυδιαφημισμένα και βραβευμένα από το κοινό θεάματα, από άλλες, πρωτόγνωρες κι απροσδόκητες σκοπιές.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr