ΠΑΤΡΙΤΣΙΑΧΑΪΣΜΙΘηίδια

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Ο Παναγιώτης Χριστόπουλος, που γεννήθηκε στην Καλαμάτα πριν από 34 χρόνια, μπορεί να ξέρει καλά την τέχνη του κινηματογράφου, στο θέατρο όμως έπλασε μια γρήγορη φάρσα (που φιλοδοξεί να είναι μαύρη κωμωδία). Σχηματικοί χαρακτήρες, αμηχανία κι επαναληπτικότητα. Ουδέν το νεώτερον, πλην της αισθητικής των κώμικς, των γκανγκ του βωβού κινηματογράφου και της βιασύνης των νέων να πάνε στο «δια ταύτα». Έτσι χάνεται η αισθητική ηδονή του συνδημιουργού θεατή κι οι ηθοποιοί δεν προλαβαίνουν ν’ ανασάνουν, αφού το να δώσουν σάρκα κι οστά στο ρόλο τους δεν είναι το ζητούμενο, αλλά μια αποστασιοποίηση νοητικού είδους, που οφείλεται ίσως στην υπερκόπωση του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου (για τους δεξιόχειρες), ως παρενέργεια του κατακλυσμού από ψηφιακές εικόνες υψηλής φωτεινότητας και μεγάλης ταχύτητας. Εξηγούμαι. Έχουμε κι εδώ την περίπτωση «υλικό Πατρίτσια Χάϊσμιθ», ή πώς το μεταμοντέρνο ασελγεί κλασικίζοντας πάνω σε πεθαμένους συγγραφείς. Η ίδια η Πατρίτσια Χάισμιθ θα είχε φρικάρει με την επί σκηνής γελοιογραφία της ή θα είχε διασκεδάσει ασύλληπτα. Ένα από τα δύο. Ή και τα δύο μαζί, έτσι πολύπλευρη και αμφίπλευρη που ήταν. Εν τη ενώσει των αντιθέτων η ισχύς. Έμεινε στην Ιστορία της Λογοτεχνίας, όχι ως πολυβραβευμένη αλλά ως εστέτ. Αυτό σημαίνει ή ότι δεν ήταν φιλοχρήματη, ή ήταν τόσο που δεν την ένοιαζε η …δόξα. Ή (στην ενδιαφέρουσα περίπτωσή της) και τα δύο μαζί. Τελικά, μερικοί συγγραφείς, εκτός από ένα ή δύο (στην καλύτερη περίπτωση έργα τους) μένουν στο Χρόνο με την μυθιστορηματικότητα της αντιφατικής προσωπικότητάς τους. Αυτό είναι που προσπαθούν να οικοδομήσουν αποδομώντας το συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιοί. Το αν το επιτυγχάνουν ή όχι, το κρίνει κάθε θεατής-συνδημιουργός από μόνος του. Ο κριτικός-θεός-αυθεντία-αλάθητος-πάπας πέθανε προ πολλού. Τώρα ο κάθε επαρκής και καταρτισμένος αναγνώστης που πάει να δει ποιοτικό θέατρο (του Ρουβά εξαιρουμένου) έχει την ευκαιρία να ανταλλάσσει διαξιφισμούς και άλλα …όργανα με τους συν-θεατές του (επί σκηνής και επί πλατείας).

Πατρίτσιαχάισμιθπατεράκη

Η δική μου άποψη είναι ότι είδα κάτι σχηματικό, καλοδουλεμένο και κακόγουστο. Ναι, κακόγουστο. Δεν μπορείς να υποτιμάς μια τόσο μεγάλη συγγραφέα και να την απεικονίζεις σαν γελοιογραφία! Σαν τους πλανόδιους ζωγράφους στα τουριστικά μέρη που σε τρία λεπτά σου φτιάχνουν το «πορτραίτο»! Πρέπει να έχεις βαθιά κατάθλιψη για να γελάσεις με την βαριά παραμόρφωση του ειδώλου σου. Πόσω μάλλον να ψυχαγωγηθείς ή να προβληματιστείς.

ΠΑΤΡΙΤΣΙΑΧΑΪΣΜΙΘ1

Και τι να σου κάνουν οι καλοί ηθοποιοί όταν οι πολυτάλαντοι και φερέλπιδες συγγραφέας και σκηνοθέτης τους θέτουν προ του διλήμματος: «ή σχηματικά και γρήγορα ή τίποτα;». Φαίνεται πως η κρίση στο Ελληνικό Θέατρο είχε πολλές παρενέργειες. Αρπαχτές, «οργισμένες» καταγγελτικές παραστάσεις, χαβαλές, αναρχικός εστετισμός του προχείρου, ευκολίες και μανιέρες παντός είδους. Ούτως ή άλλως με την κατευθυνόμενη προβολή των media, με τους στημένους καυγάδες και τα αλληλοβρισίδια το κοινό καταθέτει τον πενιχρό οβολό του και οι καινούργιοι «σταρ» χαίρονται την πρόσκαιρη δόξα τους. «Μετά την απομάκρυνσιν από το ταμείον ουδέν λάθος αναγνωρίζεται». Φαίνεται ότι γερνάω, ότι έχω ζήσει πάνω από πέντε δεκαετίες, γιατί νοσταλγώ την τελειομανία και την ποιητικότητα του υπογείου του Κουν, την εξωστρέφεια του Αλέξη Σολωμού, την καλοδουλεμένη προπέτεια του Αλέξη Μινωτή. Τώρα περίσσεψε το θράσος κι η δοκησισοφία. Σημεία των καιρών.

πατριτσιαχαισμιθ2

Κατά τα άλλα, μετά από αυτές τις γενικές επισημάνσεις, θαύμασα την Ρούλα Πατεράκη, αυτή την πρωτεϊκή γυναίκα που μπορεί να υποδυθεί αληθοφανώς ακόμα και τον …Πάπα (οποιονδήποτε πάπα, εν γένει). Ξέρει τη δουλειά της, είναι μεγάλη δασκάλα υποκριτικής, είναι αριστοκράτισσα και δουλεύει για το χαβιάρι το επιούσιον (αστειεύομαι), αγνοεί τις αντιδράσεις του κοινού, ερωτοτροπεί επί σκηνής με τον Ρουβά και τον Λιγνάδη (παλιότερα με τον Αλέκο Συσσοβίτη, αλλά αυτός μάλλον παραμεγάλωσε κι εξέπεσεν του θρόνου του βασιλικού)… Η αιωνία νεότης, από την Αλίκη (που είχε σκηνοθετήσει η Πατεράκη στην τελευταία απονεννοημένη «ποιοτική» θεατρική απόπειρα τής απαστράπτουσας σταρ με τη «Μελωδία της Ευτυχίας»), στον «πλαστικό» Ρουβά με τους άψογους κοιλιακούς και στον «ποιοτικό» λάτρη της υψηλής …κουλτούρας και πολυάσχολο Δημήτρη Λιγνάδη χωρίς …κοιλιακούς, είναι ίσως το υποσυνειδήτως ζητούμενο μιας σκηνοθέτιδος και ηθοποιού (πρωτίστως) που είναι η ίδια μυθιστορηματικό πρόσωπο κι εύχομαι κάποτε κάποιος να την περιποιηθεί εις την αιωνιότητα, όπως οι τελετάρχες των Φαραώ ή των βασιλιάδων των Μυκηνών φιλοτεχνούσαν την επιτάφια χρυσή προσωπίδα. Ουδείς ψόγος στα λεγόμενά μου, ουδεμία ειρωνείς. Θαυμάζω τους πολυποίκιλους κι αντιφατικούς ανθρώπους. Είναι ζωντανοί κι αληθινοί. Εισπράττουν εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες τους. Λάμπουν με τη σκοτεινιά τους και κρύβουν το φως τους κάτω από επιφανειακή σκληρότητα και κυνικότητα. Δηλώνω θαυμαστής της Ρούλας Πατεράκη, ακόμα και στα λάθη της. Ειδικά σ’ ετούτα…

 

Για τον σκηνοθέτη τώρα. Τι να πω; Έκανε ο άνθρωπος τη δουλειά του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, με γνώση, επαγγελματισμό κι επάρκεια. Τόνισε τις ατάκες, όξυνε τις διαθέσεις, δημιούργησε συγκρούσεις κι εντάσεις, ακόμα κι εκεί που ήταν όλα αναμενόμενα. Του εύχομαι να έχει καλύτερη τύχη με τα κείμενα. Ιωσήφ Βαρδάκης το όνομά του.

Όσο για τους άλλους τρεις δευτεραγωνιστές; Ήταν όλοι τους κινηματογραφικά υπέροχοι κι αληθοφανώς πιστευτοί. Ουδέν έτερον. Ταλέντο, γνώση, επάρκεια και φιλομάθεια, θα τους εξασφαλίσουν μια λαμπρά θεατρική-κινηματογραφική-τηλεοπτική-ψηφιακή πορεία: Μαρκέλλα Γιαννάτου, Ευθύμης Γεωργόπουλος, Νίκος Μαυράκης

Δείτε την παράσταση. Δεν θα πλήξετε. Είναι μια ευκαιρία να αναζητήσετε τις ταινίες και τα βιβλία της Πατρίτσια Χάισμιθ.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr