Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Ένα έργο με καταφανή την πατίνα του χρόνου από το 1979 που πρωτοανέβηκε μετά πολλών επαίνων. Από τότε έχει κυλίσει πολύ νερό στο ποτάμι του Χρόνου κι όπως έγραψε ο «προσωκρατικός» Ηράκλειτος, «δεν βάζεις ποτέ δυο φορές τα πόδια σου στο ίδιο ποτάμι», και γιατί το νερό που κυλάει σήμερα δεν είναι ίδιο με το χθεσινό εκείνο και γιατί τα πόδια σου, τα κύτταρά σου έχουν πεθάνει, μετασχηματισθεί, ανα-γεννηθεί, κουρνιάσει στο βάλτο των απωθημένων επιθυμιών μας.

Ο Γιώργος Μανιώτης είναι ένας σημαντικός ρεαλιστής θεατρικός συγγραφέας, από τους λίγους της Μεταπολίτευσης που έριξε μια τίμια, τολμηρή κι ενδελεχή ματιά στα δρώμενα και στα κατακάθια της ανθούσας μικροαστικής τάξης, που ετοιμαζόταν να δρέψει δάφνες, να εξαργυρώσει περγαμηνές δημοκρατικότητας και να βιώσει το δικό της ψευδαισθητικό όνειρο Αφθονίας. Αφθονίας όχι μόνον χρημάτων, αλλά κι αισθημάτων και καλλιτεχνικών, ερωτικών, γαστριμαργικών, κοινωνικών, «πολιτιστικών» εκδηλώσεων. Κάθε αλώνι κι ένα θέατρο, κάθε μάντρα καταφύγιο «παρανόμων» εραστών, κάθε λιμάνι και γιορτή.

Βεβαίως, όταν τα βλέπουμε αυτά από μακριά, μία γενιά μετά, μπορούμε να τα δούμε απογυμνωμένα, απομυθοποιημένα, ενδεχομένως και γελοία. Η σημερινή γενιά των εικοσάρηδων είναι μάλλον α-σεξουαλική, ιντερνετική, virtual, οι ηδονές της αντιγράφουν τις προκατασκευασμένες ιδέες και τα πρότυπα του Δυτικού λεγόμενου πολιτισμού μας. Η γενιά των εικοσάρηδων είναι safe ή bdsm (με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα του Bullying ανυπεράσπιστων από το οικογενειακό και στενό κοινωνικό περιβάλλον εφήβων και μετ-εφήβων). Οι έφηβοι που βίωσαν την εξέγερση του Πολυτεχνείου επιδόθηκαν σε μια «καθυστερημένη» σεξουαλική επανάσταση, που οδήγησε σε μια πρωτόγνωρη άνθιση των Γραμμάτων και των Τεχνών, διαφοροποίησε σημαντικά τις δομές της ελληνικής κοινωνίας και μετέτρεψε τον κοινωνικό ιστό σε υφαντό της Πηνελόπης που την ημέρα τον φτιάχνανε και τη νύχτα τον ξηλώνανε (κάτι σαν το γεφύρι της Άρτας…). Αυτή η οπισθοδρομική, μεσαιωνική, συντηρητική, υποκριτική πλευρά της ελληνικής κοινωνίας με τους «ταλιμπάν» της «Ορθοδοξίας» (θρησκευτικού, εθνικού και οικογενειακού τύπου), με την κεκαλυμμένη αιμομειξία και την περιθωριοποίηση κάθε «διαφορετικού» που απειλεί την έννομη τάξη και τις συνήθεις ψευδαισθήσεις μας, εικονοποιεί και δραματοποιεί ο Γιώργος Μανιώτης με αριστουργηματικό τρόπο, με οξυδέρκεια, και ιδεολογική τολμηρότητα στο έργο με τον ειρωνικό παραπειστικό τίτλο «Ο λάκκος της αμαρτίας» (για να κολακεύσει και να υποσκάψει τις κατεστημένες αξίες και ιδέες). Η ανάγκη του ανθρώπου να χαρεί, τον έρωτα, το σώμα του, την επικοινωνία με τους άλλους, την ανταλλαγή υγρών κι αισθημάτων, με την βαθιά εκείνη υπαρξιακή απαίτηση της ευτυχίας, που – σύμφωνα με τον Ελύτη – είναι πανανθρώπινο δικαίωμα κι όχι απαίτηση συνδικαλιστική, λάμπει σε αυτό το θεατρικό «διαμάντι» με την καθαρότητα των ηθών και την κοινωνική κριτική σε επίπεδο αριστοφανικής σάτιρας.

Βεβαίως, η πατίνα του Χρόνου είναι βαριά πάνω στα έργα Τέχνης, όταν βασίζονται στην συγχρονικότητα και στην παρατήρηση της στιγμής. Όταν βαλσαμώνεις πεταλούδες και τις καρφιτσώνεις στο άλμπουμ δεν περιμένεις και να πετάξουνε. Οι σύγχρονοι νέοι που δεν πετροβολούν τις τραβεστί (οι περισσότεροι), θα γελούσαν με τα σκηνικά καμώματα των πατεράδων τους, όπως απεικονίζονται – ως γενιά – στον «Λάκκο της αμαρτίας» του Γιώργου Μανιώτη. Ορθώς ο σκηνοθέτης Πέτρος Φιλιππίδης τόνισε την κωμικά μουσικοχορευτική πλευρά του θεάματος που έβαλε πλώρη στο θέατρο Χώρα του Εθνικού μας Θεάτρου για να παίζεται για πολλά χρόνια. Το μιούζικαλ είναι η κατάλληλη μορφή για να αντικρίσεις χωρίς να πετρώσεις το κατακάθι του συλλογικού μας α-συνείδητου, εκεί που φωλιάζουν οι Μέδουσες, οι οχιές, οι ανακόντες και τα άλλα μυθικά τέρατα.

ΔΗΜΗΤΡΗΣΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Όλοι οι συντελεστές ήταν υπέροχοι. Θα εξάρω τη μουσική του εξαίρετου ταλαντούχου Δημήτρη Παπαδημητρίου, που πιάνει πάντα τον σφυγμό της πραγματικότητας, χωρίς να ορρωδεί σε τεχνητές διακρίσεις μεταξύ «ποιοτικού» και «καλλιτεχνικού». Όταν μελοποιεί στίχους του Γιώργου Χρονά είναι σα να ζει στην εποχή και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της Καβαφικής Αλεξάνδρειας, που τόσο λατρεύει, ως φαίνεται από το έργο του. Οι στίχοι των τραγουδιών της παράστασης είναι του Γιάννη Γούνα. Εύγε τους. Ελληνικό μιούζικαλ υψηλών προδιαγραφών.

Τα σκηνικά του Γιώργου Γαβαλά παραήταν φορτωμένα, θα μπορούσαν να είναι περισσότερο αφαιρετικά, «ψηφιακά» και υποβλητικά για να συνάδουν με τα σημερινά γούστα του κοινού. Οδήγησε τον πολύ έμπειρο Λευτέρη Παυλόπουλο σε αμήχανους φωτισμούς. Σουρεαλιστικά τα κοστούμια του Μετζικώφ προσέθεσαν μιαν άλλη (απρόσμενη) γελοιοποίηση του περιθωριακού, τονίζοντας τη διαφορετικότητά του. Θα μπορούσαν να είναι λιγότερο ρετρό και περισσότερο διαχρονικά, όπως είναι το κείμενο.

giannhsbogiatzis

Όλοι οι ηθοποιοί ήταν υπέροχοι. Θα ξεχωρίσω όμως τον Μάνο Βακούση, που έχει κατακτήσει την σχηματικότητα και το στυλιζάρισμα των μπρεχτικών ηθοποιών, τον αειθαλλή και συμπαθέστατο, τον ανθρώπινο κι εκφραστικό Γιάννη Βογιατζή, τον «κουνικό» Γιάννη Δεγαΐτη στο ρόλο του Παπά, τον εξαίρετο Παναγιώτη Μπουγιούρη ως Γωγώ (πρώην Γιώργος, ο υδραυλικός), την Αλεξάνδρα Παντελάκη ως μαυροντυμένη μάνα. αλεξάνδραπαντελάκη

Όμως όλοι τους ήταν υπέροχοι, υπάκουοι και πιστοί στα κελεύσματα του σκηνοθέτη και στο πνεύμα του έργου, ενός έργου που αποτελεί ορόσημο στο νεοελληνικό θέατρο, χωρίς να διεκδικεί θρόνους, θώκους, «πατριαρχικά» αξιώματα, αλλά με την αξίωση του αυθεντικά αληθινού.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

Πληροφορίες από το επίσημο site του Εθνικού:

http://www.n-t.gr/el/events/olakostisamartias/

Ακροβατώντας στα όρια της κοινωνικής ανοχής, εξόριστες από τον κόσμο του «κανονικού» και του επιτρεπτού, οι τραβεστί που ζουν στον τεράστιο χωμάτινο λάκκο που θυμίζει εγκαταλελειμμένο ορυχείο, αφηγούνται τις ιστορίες που τις οδήγησαν στην «αμαρτωλή» και επικίνδυνη ζωή τους. Η προκλητική τους εμφάνιση, και η αντισυμβατική τους συμπεριφορά προκαλούν την ηθική της κοινωνίας η οποία νιώθει να απειλείται. Οι περίοικοι επιστρατεύονται εναντίον τους, οι τοπικές εκκλησιαστικές και πολιτικές αρχές προσπαθούν να συνετίσουν την ομάδα των τραβεστί και να την εντάξουν στους κόλπους της, ενώ τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης επιχειρούν να απαλύνουν τις αντιθέσεις, επιβάλλοντας τους ένα πιο εξευγενισμένο και αισθητικά αποδεκτό τρόπο ζωής.

Μεταξύ πρώτου και δεύτερου μέρους, διάλειμμα 10΄.

Πρώτη παράσταση: 27/03/2015

  • ΣκηνοθεσίαΠέτρος Φιλιππίδης
  • ΣκηνικάΓιώργος Γαβαλάς
  • ΚοστούμιαΓιάννης Μετζικώφ
  • ΜουσικήΔημήτρης Παπαδημητρίου
  • Στίχοι τραγουδιώνΓιάννης Γούνας
  • Μουσική διδασκαλίαΜελίνα Παιονίδου
  • Κινησιολογία/χορογραφίεςΕλπίδα Νίνου – Θανάσης Γιαννακόπουλος
  • Μουσική επιμέλειαΙάκωβος Δρόσος
  • Βοηθός σκηνοθέτηΧριστίνα Σπατιώτη
  • Βοηθός σκηνογράφουΜιχάλης Σαπλαούρας
  • Καλλιτεχνική επιμέλειαΜαρένα Καδιγιαννοπούλου
Διανομή:
  • Ακαδημαϊκός, ΤόληςΜάνος Βακούσης
  • ΠατέραςΓιάννης Βογιατζής
  • Φοιτητής, Φωτογράφος, κυνηγόςΑνδρέας Βούλγαρης
  • ΕλληνοαμερικάνοςΓιώργος Γιαννακάκος
  • Ζιζή, ΤεχνικόςΌλγα Γκάτζιου
  • ΕρασμίαΠυγμαλίων Δαδακαρίδης
  • ΠαπάςΓιάννης Δεγαΐτης
  • ΤζοάναΒασίλης Ευταξόπουλος
  • ΧουχούΓεωργία Καλλέργη
  • ΚίρκηΦαίδων Καστρής
  • ΚυνηγόςΗρακλής Κωστάκης
  • ΓωγώΠαναγιώτης Μπουγιούρης
  • ΑραβωνιαστικιάΜαρίνα Μυρτάλη
  • ΑρχικυνηγόςΧρήστος Νίνης
  • Πολιτικός παρατηρητήςΘέμης Πάνου
  • ΜητέραΑλεξάνδρα Παντελάκη
  • ΆρηςΚρις Ραντάνοφ
  • ΚάρμενΒασίλης Ρίσβας
  • Μαέστρος, ΚυνηγόςΛευτέρης Σκανδάλης
  • ΡούλαΧρήστος Σπανός
  • Άντρας με το ξύλινο πέος, ΑστυνόμοςΝίκος Τουρνάκης
  • Νέος, ΓιοςΣόλων Τσούνης
  • ΚυνηγόςΑλέξανδρος Χούντας
  • ΦωνέςΑνδρέας Βούλγαρης, Ηρακλής Κωστάκης,Κρις Ραντάνοφ, Λευτέρης Σκανδάλης, Αλέξανδρος Χούντας
  • Ζωντανή εκτέλεση πιάνουΠάνος Λουμάκης, Τζώρτζης Τσιρόπουλος