%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%84%cf%81%cf%89%ce%ac%ce%b4%ce%b5%cf%821

ανατριχιαστικά σύγχρονες, όπως κι οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη, στο κατάλληλα διαμορφωμένο σε hotspot ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ. Μπέττυ Αρβανίτη και Ρούλα Πατεράκη, μετά την πρώτη προ τριακονταετίας συνάντησή τους επί σκηνής στα «Πικρά δάκρυα της Πέτρας φον Καντ» έρχονται τώρα να κλάψουν μαζί με την Εκάβη για το τέλος του Δυτικού Πολιτισμού.

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Από το δράμα τού «εγώ» (κοινωνικοποιημένου, αλλοτριωμένου κι ερωτικά εξευτελισμένου) στο δράμα τού «εμείς» (εξανδραποδισμένου, αιχμάλωτου, κακοποιημένου, ταπεινωμένου). Ασφυξία αναδίδει το ευριπίδειο δράμα που κόστισε στον καινοτόμο και αθυρόστομο ποιητή του μια εξορία κι αργότερα τον βίαιο θάνατο στην Πέλλα, στην αυλή τού Αρχέλαου. Ο μέγιστος των τραγικών διείδε την κυκλικότητα τού κάρμα, του αδήριτου και παγκόσμιου νόμου της Αιτίας και του Αποτελέσματος και προφήτεψε δεινά για την Ελλάδα, ακριβώς όπως η Κασσάνδρα προφητεύει το τέλος τού Οίκου τών Ατρειδών. Όμως κανείς δεν τους ακούει. Εθελοτυφλούν. Άπαντες. Είναι πιο εύκολο να βαυκαλιζόμαστε με ψευδαισθήσεις τής στιγμής και παραισθήσεις τής δεκάρας (ειδικά τώρα που η Χημεία θριαμβεύει επί πτωμάτων)… όμως η Αλήθεια, η Αλήθεια είναι πάντα δυσάρεστη στους τυράννους, στους εφησυχασμένους, στους βολεμένους.

%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%84%cf%81%cf%89%ce%ac%ce%b4%ce%b5%cf%822

Η Ρούλα η Πατεράκη, μετά τον ημιτελή (ακόμα) «Πελοποννησιακό Πόλεμό» της επανέρχεται στο δράμα των προσφύγων, αλλά όχι με την ευκολία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης… μάλλον με το βάρος της φιλοσοφικής προσφυγιάς που κουβαλάμε όλοι μας μετά την Έξοδό μας από τον παράδεισο της παιδικής ηλικίας [για όσους ήταν αυτό παράδεισος, τέλος πάντων]. Οι κούκλες που αγαπάει και χρησιμοποιεί στις παραστάσεις της, η αντιμετώπιση ενίοτε των ηθοποιών ως γιγαντιαίων νευροσπάστων, το σπάσιμο της συνηθισμένης εκφοράς του λόγου και της πεπατημένης κίνησης του ανθρωπίνου σώματος, κώδικες δικοί της, κώδικες που την ανέδειξαν ως μία από τις σημαντικότερες μορφές στο σύγχρονο ελληνικό μας θέατρο, συνοψίζονται κι ανακεφαλαιώνονται θαρρείς στις «Τρωάδες σήμερα». Οι κουκλίτσες από τα «Πικρά Δάκρυα της Πέτρας φον Καντ» γίνονται τώρα «ξεχαρβαλωμένες κιθάρες» για να θυμηθούμε τον αυτόχειρα Καρυωτάκη. Έχει κάτι το αυτοκαταστροφικά, το μοιραία αυτοκτονικό αυτή η παράσταση. Όλο το Έρεβος χύμα, σαν τον χυλό που χύνουν οι φαντάροι στις τσίγκινες γαβάθες των αιχμαλώτων πάλαι ποτέ πριγκιπισσών. Τι καλύτερη σκηνική παραβολή θα μπορούσε ποτέ να βρεθεί. Και μόνον η μανιακή προφήτις και μάντισσα Κασσάνδρα καταβροχθίζει με άλογη βουλιμία αυτό το ξερατό, οι άλλες κρατιούνται στο ύψος και στις συνήθειές τους. Ακόμα… Αύριο, ποιος ξέρει; Όταν θα συρθούν σκλάβες σε ξένα μέρη και θα είναι δακτυλοδειχτούμενες ως «οι βάρβαρες» τότε ίσως, όπως «Ο τελευταίος αυτοκράτορας» να διδαχθούν την ταπεινότητα, που επιχειρεί να διδάξει η Γκρούσε στον απαχθέντα (για τη σωτηρία του) πρίγκιπα.

Αυτό το αρχέτυπο τού ξεπεσμένου άρχοντα, σε συνδυασμό με τη νοσταλγική αναζήτηση τού «χαμένου χρόνου» (κατά Προυστ) μαζί με την εμμονή στο κουκλοθέατρο και την μεταφυσική θεώρηση των πάντων, δίνουν σε αυτή την παράσταση ένα μεγαλειώδες μετ-αιώρημα εκτινάσσοντάς την σε δυσθεώρητα ύψη της Τέχνης αλλά και της Ζωής. Ο Θάνατος δεν είναι θέμα. Ούτε καν του Αστυάνακτα, που δεν προλάβει να μεγαλώσει και να βασιλέψει. Η τυραννία της άχαρης, της αβίωτης, της ανυπόφορης ζωής είναι το θέμα. Κι αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια κουρελιασμένη μόνο σε ψυχοπαθητικές, νοσηρές, σαδομαζοχιστικές σχέσεις μπορεί να οδηγήσει. Κι ο Έρωτας ανταλλακτικό επιχείρημα, νόμισμα, πλεονέκτημα. Η Ωραία Ελένη της Τροίας, που προκάλεσε τόση αιματοχυσία συναντά την περιφρόνηση του φαντάρου όταν επιχειρεί να του κάνει τα γλυκά μάτια. Εκείνος (στην παράσταση της Πατεράκη) προτιμάει το «χειρογλύκανο», τον αυνανισμό, όπως δηλώνει. Εν τέλει τι είναι αυτοί οι περίφημοι δύο άξονες ανάμεσα στους οποίους κινείται η ζωή μας; Θάνατος κι Έρωτας. Μήπως τους υπερτιμήσαμε. Μήπως το ζητούμενο είναι η επιβίωση πάση θυσία, αφού για την ευτυχία πια δεν παλεύουμε κι από την ευδαιμονία έχουμε παραιτηθεί προ πολλού; Η ψευδαισθητική Αφθονία των περασμένων τριών δεκαετιών έδωσε τη θέση της στην πιο βαριά κατάθλιψη. Λογικό κι αναμενόμενο. Το εκκρεμές δεν πάει μόνο από τη μια μεριά. Κι όσο μακρύτερα φτάσει στο ένα άκρο τόσο θα ξεφύγει κι από την άλλη μεριά. Αλίμονο στον άγιο όταν θυμώσει, αλίμονο στον αγνό όταν αμαρτήσει. Το συμπιεσμένο ελατήριο θα εκτιναχθεί αλλόκοτα, ανεξέλεγκτα, αλόγιστα…

Στην παράσταση του «Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας» δεν ξεφεύγει και δεν ξεχωρίζει κανείς από το απόλυτα ενορχηστρωμένο σύνολο.

Συγγραφή-σκηνοθεσία: Ρούλα Πατεράκη
Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Moυσική: Άγγελος Τριανταφύλλου.

Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Νίκος Αρβανίτης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Άννα Κουτσαφτίκη, Νίκος Μαυράκης, Τζίνη Παπαδοπούλου, Δημήτρης Παπανικολάου, Τασία Σοφιανίδου

Όλοι είναι πρωταγωνιστές και ανώνυμοι, νικητές και ηττημένοι, θριαμβευτές και ταυτόχρονα εξοντωμένοι… Κι αυτή είναι η μαγεία αυτού του έργου, που μαζί με τις «Βάκχες» είναι η πνευματική κληρονομιά του Ευριπίδη στην Ανθρωπότητα.

Ορθώς η Ρούλα Πατεράκη, ανέπλασε την μετάφραση που χρησιμοποίησε. Είναι η ίδια ένας υπερ-δραματουργός (ή μήπως θα έπρεπε καλύτερα να πω «μετά-δραματουργός»;). Το σίγουρο είναι ότι προσεγγίζει το «Ολικό Καλλιτέχνημα» (Gesamtkunstwerk) προς το οποίο τείνει εξαρχής και θα το επιτύχει ίσως μετά την αναχώρησή της από τον μάταιο τούτο κόσμο, όταν θα ενωθεί με το Ύστατον Φως απαρεγκλίτως.

Περιμένω και τη συνέχεια. Γιατί αυτή η παράσταση τελειώνει απότομα. Σα να πρόκειται για διάλειμμα. Ανάμεσα σε δύο καταστροφές. Παρ’ όλα αυτά ο θεατής, ο επαρκής θεατής φεύγει θεραπευμένος. Το θέατρο ως μέθοδος ψυχοθεραπευτική, ομοιοπαθητική.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr