Κριτική παράστασης από την Αγγελική Γ. Κομποχόλη

                              (Φιλόλογος-Δρ Πανεπιστημίου Αθηνών)

   Image

                                 Κριτική παράστασης από την Αγγελική Γ. Κομποχόλη

                              (Φιλόλογος-Δρ Πανεπιστημίου Αθηνών)

      «Μην παίζεις με τα χώματα» της Στέλλας Βλαχογιάννη, Θέατρο Διθύραμβος

Είναι μία παράσταση που καθηλώνει. Κι αναφέρομαι στο έργο «Μη παίζεις με τα χώματα» της Στέλλας Βλαχογιάννη, που παρουσιάζεται σε έναν πολύ όμορφο και ζεστό χώρο των βορείων προαστείων, στο θέατρο «Διθύραμβος , ένα έργο στοχασμός πάνω στην απώλεια και στη δυναμική που αυτή φέρει, όταν ο πόνος τής ανοίγει τη χαραμάδα για να φωλιάσει στη ψυχή μας και  να γίνει βάρος ασήκωτο. Αυτόν τον πόνο κουβαλούν εσωτερικά οι τρεις μοναδικές ηρωίδες του έργου,  τρεις γυναίκες απλές, καθημερινές, οικείες, που ανέλπιστα-σε σχέση με την πρώτη εικόνα που προβάλλουν- κυλούν τη ζωή τους μέσα σε μία δυσβάσταχτη πληγή, που ηρωικά κρύβουν  και λαβωμένες  διαχειρίζονται , με εκείνη τη σιωπηλή αξιοπρέπεια που πηγάζει από την παραδοχή των προσωπικών λαθών, αλλά και των μοιραίων γεγονότων  που δεν προβλέφθηκαν (κι αυτό μεγαλώνει το μέγεθός τους). Και οι τρεις αποκαλούνται με το όνομα Έλλη, ένα όνομα που παραπέμπει στη τραγική μοίρα του χαμού, αλλά και στην ελπίδα, στο φως που κρύβει στην ετυμολογική του ρίζα. Και οι τρεις ερμηνεύονται υποδειγματικά από τις ηθοποιούς της παράστασης, την Έφη Νιχωρίτη, την Εύα Κεχαγιά και την Μαρούσα Στρογγυόγλου, σε μία ιδανική από πλευράς χημείας συνύπαρξη που κατορθώνει και δομεί, εντέλει,  μία στέρεη θεατρική φιγούρα ακέραια, την  Έλλη, ανθρώπινες εκδοχές της, στις ανθρώπινες συγκυρίες της, στα διαφορετικά της κομμάτια. Kαι είναι τούτη η Έλλη, η γυναίκα στη διαχρονικότητά της,  η γυναίκα που αντικρίζει κατάματα τον  εαυτό της , σε σχέση με βασικά δεδομένα της  ύπαρξή της (που δε στρέφονται κατ’ ανάγκη γύρω από τον έρωτα, καθόλου μάλιστα) ξεκινώντας από  τον σκληρό και αμείλικτο χρόνο, φωνή λογοκρισίας του εαυτού της για αυτά που δεν έκανε, γι’ αυτά που ξαστόχησε και τώρα μετατρέπουν την ηλικία της σε αδυσώπητο κριτή. Και ζωντανεύει πρώτη τούτη η Έλλη, με ερμηνευτική πληρότητα και βάθος, από την Έφη Νιχωρίτη, για να γίνει ύστερα η Έλλη του αδελφικού πένθους, η Έλλη του «μονογενούς υιού της θλίψης», του αδελφού που υπεραγαπά και έχει αναστήσει με το αίμα της καρδιάς της, και ανυποψίαστη μια μέρα ανακαλύπτει το σώμα του να αιωρείται σαν μετρονόμος απ’ το ταβάνι, πάνω από μία καρέκλα αναποδογυρισμένη, ψάχνοντας η ίδια «μαρμαρωμένη» ήχο για να ουρλιάξει. Και τούτη η Έλλη ανασταίνεται  δωρικά από την Εύα Κεχαγιά, με την ένταση και την εσωτερική δύναμη που της πρέπει, προπάντων λιτά, όπως λιτός και γυμνός είναι ο πόνος στον μεγάλο χαμό. Για να δώσει στη συνέχεια τη σκυτάλη στην τρίτη κατά σειρά  Έλλη του έργου,  σε αυτήν που η θύμηση των γονιών βαραίνει καταλυτικά μέσα της και γίνεται ενοχή-η ύπαρξή τους θυμός, όταν ζούσαν, η απουσία τους «θηλιά στο λαιμό της», όταν «έφυγαν». Μία αιώνια έφηβη οργισμένη, όπως όλοι οι έφηβοι, ακόμη και μετά την ενηλικίωσή της,  που την υπερασπίζεται ιδανικά η Μαρούσα Στρογγυόγλου, μέχρι τη συγκλονιστική στιγμή της προσωπικής της ωρίμανσης, στην σκηνή που παραδίδει για φύλαξη το κουτί με τα κοκκαλάκια των γονιών της, κι εδώ η Στρογγυόγλου δίνει με άψογο ερμηνευτικά τρόπο τη μετάβαση αυτή.  Kαι ακολουθεί η τελευταία σκηνή του έργου, που και οι τρεις ηθοποιοί μαζί,  σε ένα εξαιρετικό στήσιμο, σαν γυναικείο πολυφωνικό σχήμα, ομολογούν, με τον απόηχο των ρόλων τους, μεγάλες κι αναντίρρητες αλήθειες, που και οι τρεις υποκριτικά  έχουν προετοιμάσει τον θεατή να τις υποδεχτεί, καθηλωτικά και όχι μελοδραματικά: « Η ζωή δεν είναι αλλού και δεν είναι των άλλων. Η ζωή είναι εδώ, τώρα, χθες, αύριο, όσο ανασαίνουμε, όσο βαδίζουμε, όσο αντέχουμε, όσο πονάμε, όσο αντιστεκόμαστε, όσο πολεμάμε, όσο ηττώμεθα, όσο σκαρφαλώνουμε το βράχο από την αρχή, όσο ερωτευόμαστε, όσο πεθαίνουμε. Η ζωή είναι εδώ και απαιτεί την απόλυτη προσοχή μας».

Kι όλα αυτά κάτω από μία σκηνοθετική καθοδήγηση που υπηρετεί πιστά, και σοφά, τις αρχές του έργου, αφήνοντας το ίδιο το κείμενο να μιλήσει, με χώρο όμως για τους αναγκαίους δραματικούς αυτοσχεδιασμούς,  σε μία διανομή ρόλων που φαίνεται να έχει αφουγκραστεί την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση των τριών ερμηνευτριών. Και η Δήμητρα Μαστορίδου και η Έφη Νιχωρίτη, που σκηνοθέτησαν το έργο, δημιούργησαν μία άρτια παράσταση που δίνει το προβάδισμα σε έναν λόγο, πολύ δύσκολο θεατρικά, σε ένα κείμενο μεστό και συμπυκνωμένο σε υψηλά νοήματα, που πρέπει ωστόσο  να γίνει σκηνική πράξη, και το καταφέρνουν αυτό, εύστοχα σε σύντομο σχετικά θεατρικό χρόνο, ακριβώς για να μην κουράσουν τον θεατή. Και δεν τον κουράζουν. Το αντίθετο, τον συγκινούν μέσα από ένα ποιητικό στην ουσία κείμενο, που μια ατυχής σκηνοθεσία θα το έκανε δυσνόητο και στριφνό για το ακροατήριο του, κάτι που εδώ βέβαια καθόλου δε συμβαίνει.

Ενισχυτικό στη σκηνοθετική αρτιότητα του έργου και  το σκηνικό , μία απέριττη  εικαστική αναπαράσταση με εμβληματική την παρουσία του κουτιού, που αξιοποιείται ευρηματικά με ποικίλους τρόπους, του δέντρου (που ριζώνει και ανθίζει, και συμβολικά δηλώνει την ελπίδα, την αναβλάστηση και την αναγέννηση, αλλά και την καθήλωση) και του χώματος (όλα αυτά που κουβαλούμε μέσα μας και γίνονται σκιά μας, οι προσδοκίες , οι κρυφοί πόθοι, αλλά και τα μυστικά μας, αυτά που δεν μπορούμε ή δεν αντέχουμε να φανερώσουμε).

Η έξοχη μουσική επένδυση, από την Όλγα Λασκαράτου, πλαισιώνει ιδανικά την παράσταση, αποτυπώνοντας μέσα από την επιτυχή, κάθε φορά, επιλογή της μελωδίας την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του έργου. Μία παράσταση που σίγουρα αξίζει να δείτε.