Από τον Νίκο Σιδέρη

ΦΙΛΟΣΟΦΩΝΤΑΣΆΝΕΥεξώφυλλο 

 

 

 

Ο Κωνσταντίνος Μπούρας,

μέσα από ένα πανόραμα διαδρομών του

(«Φιλοσοφώντας άνευ …”)

υιοθετεί τη μεταφυσική μεταφορά

προκειμένου να μιλήσει για το άφατο,

εν πλήρει επιγνώσει του ότι

η μεταφορά

παραπέμπει αναπαραστατικά

σε άλλες μεταφορές και μόνο :

Το κενό είναι η μορφή και η μορφή είναι το κενό

(σύμφωνα με τη Σούτρα της Καρδιάς).

 

Εδώ εδράζεται και σ’ αυτό συνίσταται

η καθολική ενότητα του πνεύματος,

την οποία αναζητά

και με τις ψηφίδες του λόγου του

πολεμά ν’ αποκαλύψει,

να εξημερώσει,

να ημερώσει

και να μοιραστεί με τους ανθρώπους

Λόγος : Δώρο και Αντίδωρο.

Με έσχατη προσφυγή

(ή καταφυγή)

την απόλυτη μεταφορική πραγματικότητα της Τέχνης

της ποιητικής, και όχι μόνο.

Θα επιχειρήσω εδώ μια περιδιάβαση σ’ αυτές τις ψηφίδες και στις συνηχήσεις τους με έναν άνθρωπο. Με τον τρόπο που το ίδιο το βιβλίο υποβάλλει: Συνήχηση και συναντήσεις ανάμεσα σε αρμονικές του λόγου. Λόγος δώρο αντίδωρο.

                Στον κοιλιόδουλο

                Και σε κηδεία να πάει

                Του δίνουν τάπερ

                Για το σπίτι

                (πραγματικό περιστατικό – συνέβη σε γνωστή και μη εξαιρετέα λαίμαργη: της                 έδωσαν από το νεκρόδειπνο ψάρια για να φάει και την επόμενη ημέρα).

Σελ. 41 «Δέκα θανάσιμα αμαρτήματα: τα επτά γνωστά (απληστία-  αλαζονεία-        οργή-ζηλοφθονία-λαιμαργία-λαγνεία-οκνηρία), συν τη φιλαργυρία,       τη           διαφθορά, τη δίψα για Γνώση χωρίς όρια»

Το ήθος του ζην αποκαλύπτεται στη σχέση με τον θάνατο. Η ζωή δεν είναι αναγκαστικά μελέτη θανάτου. Ωστόσο, η σχέση με τον θάνατο είναι μελέτη ζωής.

Είναι δύσκολο να κατακτήσουμε χωρίς άσκηση την έλλειψη αγωνίας των αιλουροειδών κι ενδεχομένως να μην το θέλαμε ή να μην χρειάζεται. Γι’ αυτό μέχρι τότε καλό είναι να βιώσουμε κι αυτή την κατάσταση ως κατάρα κι ευλογία, δηλαδή ως αενάως τείνοντες προς την Σοφία άνθρωποι.

Σελ.  55 από το «Αγωνία»

Η τραγωδία του σύγχρονου Δυτικού ανθρώπου συνίσταται και σ’ αυτό: Ότι επιχειρεί να κατακτήσει την έλλειψη αγωνίας μέσα από ένα υπόδειγμα βίου, κοινωνίας και πολιτισμού που ουσιωδώς αγνοεί το ιδεώδες της γαλήνης. Το αγνοεί όχι τόσο με τον τρόπο της άρνησης να το στοχαστεί, όσο με το να θεωρεί τη βιοτική διαδρομή από μια οπτική γωνία που στα φίλτρα της δεν περιλαμβάνεται η υπαρξιακή γαλήνη. Παραγνώριση που επιστρέφει ως μοιραίο σύμπτωμα ασύλληπτης έκτασης: Προσφυγή στη νάρκωση, με μύριους τρόπους συν μερικούς ακόμη.

-Προ πάντων να μην ξεχαστείς

Πως είναι θέατρο

Και με μαχαιρώσεις.

Σελ. 66 από το «Θέατρο»

Γίνεται το εικονικό μαχαίρι να μαχαιρώσει;

Απάντηση από το θέατρο:

ώμοι, πέπληγμαι καιρίαν πληγήν έσω

(Αισχύλου «Αγαμέμνων”, στ. 1343)

Κι ο σοφός ποιητής William Blake (γιατί πάντα οι ποιητές είναι σοφοί όταν είναι Ποιητές) διαπιστώνει ότι “αν καθαρίζαμε τις πύλες τής αντίληψής μας, τότε όλα θα φαίνονταν στον άνθρωπο όπως πραγματικά είναι: άπειρα” [άγνωστα, δηλαδή].

Σελ. 73 από το «Επιστητό-Άγνωστο»

Άγνωστα επειδή η γνώση με τον τρόπο της εμπειρίας είναι με τέτοιο τρόπο άπειρη, που επιτρέπει και την έσχατη εμπειρία: Του κενού.

-Έγραψες πολύ

Μίλησες πολύ

Αγαπήθηκες λίγο…

Σελ. 83 από το «Επικοινωνία»

«Το ποίημα –αυτός ο παρατεινόμενος δισταγμός ανάμεσα στον ήχο και στο πνεύμα” (Paul Valéry)

Υπάρχουν άνθρωποι που χαϊδεύουν φορώντας γάντι …

Το Διαδίκτυο έδωσε νομίζω το χαριστικό πλήγμα σε αυτόν τον ήδη αποστειρωμένο χώρο καταναγκαστικών έργων, στον οποίο καλούμαστε να λειτουργήσουμε ως ανθρώπινα όντα, αλλά όχι και να ζήσουμε, αφού «κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα ρυπαίνει» και η επαφή με το ρυπαρό μολύνει και η μόλυνση οδηγεί στην ανικανότητα προς εργασία (ή) και στον θάνατο.

Σελ. 117 από το «Αφή»

Ακόμη μια άποψη του πυρήνα της κακοδαιμονίας του σύγχρονου Δυτικού ανθρώπου: Οδηγείται, εκπαιδεύεται, ποδηγετείται να ζει στον κόσμο του καταναλωτικού ναρκισσισμού, χαμένος στη φρεναπάτη ότι η διαθεσιμότητα αγοραστικών επιλογών εξαγοράζει ύπαρξη. Κι έτσι πλανιέται σ’ έναν κόσμο χρήσιμο ή ευχάριστο, αλλά όχι αγαπητό. Και υποφέρει, αλλά δεν ξέρει να πει πώς.

Αυτό άλλωστε είναι και το νόημα κάποιων από τις διασωθείσες ρήσεις τού Ηράκλειτου, ο οποίος ούτως ή άλλως θεωρούσε τη συχώρεση ανώτερη από την τιμωρία και δήλωνε ότι “το Καλό και το Κακό είναι ένα”. Ο Πυθαγόρας απέτρεπε τους δικαστές από το να τιμωρούν με ιδιαίτερη αυστηρότητα τους φονιάδες, αφού σύμφωνα με τον συμπαντικό νόμο τής Αιτίας και τού Αποτελέσματος (κάρμα) ήταν καταδικασμένοι να “αναστήσουν” τις ψυχές τών θυμάτων τους και να τα μεγαλώσουν σαν (ή ως) τέκνα τους σε μια άλλη ζωή. Η απλή φράση “ανάστησα επτά παιδιά” απηχεί ίσως αυτές τις ανεξάλειπτες για το λαϊκό αίσθημα δοξασίες περί μετενσαρκώσεως-μετεμψυχώσεως.

Σελ. 152 από το «Δικαιοσύνη»

Ο βαθύς, διαρκής, ζωτικός διάλογος του Κωνσταντίνου Μπούρα με τη σοφία των απλών ανθρώπων, της απλής γλώσσας και του απλού λόγου είναι, με τον τρόπο του Ανταίου, μυστική πηγή λεπτοφυούς ενέργειας  ̶ για τον ίδιο και για τον καθένα.

Γυρνάμε ολοταχώς προς τα πίσω, γιατί οι θεσμοί δεν βοηθάνε τους άξιους αλλά τους καταφερτζήδες, δεν προβάλλουν τους κατέχοντες γνώσιν αλλά τους έχοντες σολδία, κρίνουν με γνώμονα το “φαίνεσθαι” και όχι το “είναι”. “Εν αμίλλαις πονηραίς αθλιότερος ο νικήσας”.

Σελ. 163 από το «Φθόνος»

Το να νικάς σε αγώνες ψυχικής αποπτώχευσης και απαθλίωσης ως υψηλή τέχνη της ματαιότητας.

το εργαλείο τής Λογικής είναι ικανό για να μην μας κλέψει ο ψιλικατζής στα ρέστα, αλλά δεν είναι αρκετό για να χωρέσει το Άφατο, το Άρρητο και Άγνωστο στις περιορισμένες ελικοειδείς διαδρομές τού πεπερασμένου ανθρώπινου υλικού εγκεφάλου μας

Σελ. 171 από το «Θεραπεία»

«… η λογική θέτει κάποια όρια στον άνθρωπο και προσπαθεί να ξεχωρίσει το σωστό και το λάθος. Έτσι, η λογική μπορεί να απορρίψει πράγματα τα οποία είναι πολύ σημαντικά…” : Λόγια που έγραψε η Αμαρυλλίς Μ., μαθήτρια Λυκείου (βλ. Ν. Σιδέρης «Και όμως μιλάνε  Έφηβος λόγος”, Καστανιώτης 2011, σελ.270)

Είμαστε άγγελοι σε σώματα θηρίων

Σελ. 181 από το «Θεραπεία»

Δεν πρόκειται διόλου για απλό σχήμα λόγου (τόσο εύστοχο). Είναι η πραγματικότητα της ανθρώπινης κατάστασης από πολλές απόψεις κι από μία ακόμη: Oι εγγενείς μηχανισμοί των στοιχειακών «τεσσάρων F” που μας στοιχειώνουν (Fight, Flight, Food, Fuck) έχουν την έδρα τους στον ερπετικό εγκέφαλό μας η πιο μοιραία από τις συγγένειές μας με τα θηρία. Και μ’ αυτόν τόσο στις αποσκευές μας όσο και στην εργαλειοθήκη μας κοιτάμε ψηλά και λαχταράμε να φτάσουμε στον ουρανό.

Ζούμε σε έναν παυσίπονο και παυσίλυπο πολιτισμό. Ζούμε σε εποχές μεγάλης βαρβαρότητας.

Σελ. 188 από το «Αισιοδοξία»

Όπου η άρνηση της πραγματικότητας της οδύνης και της λύπης ισοδυναμεί με μια από τις πιο εφιαλτικές  βαρβαρότητες.

Και ξεκινάμε από τους πεθαμένους. Τη μέρα που έθαψα τη μάνα μου ξέχασα και τον μεγάλο, απελπισμένο μου έρωτα. Ο ένας πόνος επικάλυψε τον άλλον. Ο ένας αποχωρισμός επούλωσε την προγενέστερη πληγή. Τη μέρα που έθαψα την πρώην σύζυγο – «Θειός συγχωρέσ’ την ψυχούλα της», που λένε οι σοφές μοιρολογίστρες με τα πρόσωπα σκαμμένα σα γέρικες ελιές – ένιωσα κάτι πήλινο να σπάει στην καρδιά μου και να πέφτει στο βρεγμένο χώμα που ανυπομονούσε να τη δεχτεί στην αγκαλιά του. Στην αρχαία Αθήνα, την ώρα που έβγαινε η σορός από την οικία, έσπαγαν τα πήλινα αγγεία που χρησιμοποιούσε ο νεκρός προς βρώσιν και προς πόσιν. Ίσως για να μην ξανάρθει. Ίσως για να κόψουν κάθε δεσμό μαζί τους. Ίσως γι’ αυτό σπάμε σήμερα πιατικά στα μπουζούκια και πετάμε γαρδένιες στις ιέρειες της νύχτας, κοινώς «σκυλούδες», που παραπέμπουν όμως στον Κέρβερο του Κάτω Κόσμου ή στον τσακαλόμορφο Άνουβι. Όλα συνδέονται μέσα από τη ζωντανή ανθρώπινη ελληνική λαλιά, που πέρασε αλώβητη μέσα από αιώνες Κατοχής και σκοταδισμού.

Σελ. 204 από το «Η επόμενη μέρα…μετά από κηδεία, χωρισμό ερωτικό και θάνατο γενικώς…»

Ας το ξαναπούμε: Η επίγνωση και η τέχνη του ζην κατοικούν πολύ κοντά μας. Στη βαθιά σοφία της ελληνικής (και όχι μόνο) λαϊκής παράδοσης και λαλιάς, που πάντοτε τρέφουν τον Κωνσταντίνο. Ιδίως ως τέχνη του θνήσκειν.

“Μακάριοι οι γελώντες ότι αυτοί ….γελασθήσωσι”. Αστειεύομαι. Οι άνθρωποι που γνωρίζω και διήνυσαν πολλές δεκαετίες ζωής ήξεραν να γελούν και να μην παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά. Δεν φόβοντουσαν τίποτα και δεν ήλπιζαν κάτι σημαντικό από το μέλλον τους. Τελικά, έζησαν μάλλον καλά και πέθαναν μέσα στην παραδοχή τού αναπόφευκτου τέλους. “Ένα γέλιο θα μας θάψει όλους”. Μία από αυτές, γνωστή παγκόσμια σταρ με συμβούλευε να τρώγω μία πάστα μετά τις κηδείες. Στη δική της έφαγα δύο, τη μία για εκείνην. Είμαι σίγουρος ότι θα το απολάμβανε διπλά αν με έβλεπε.

Σελ. 209 από το «Γέλιο»

Μια από τις λεπτοφυέστερες οδούς της σοφίας: Το άδολο χιούμορ ιδίως σε σχέση με τον θάνατο.

Έχω κλείσει τώρα το βιβλίο και ανασκοπώ πολλά και διάφορα περιπλάνηση και καλή συνάντηση. Ο λόγος που διάβασα μου μιλά. Και γεννά λόγο. Που τον προσφέρω αντίδωρο στο δώρο του συγγραφέα:

ΑΣΜΑ ΚΕΝΟΝ

Μη μου πεις

Ό,τι θέλω ν’ ακούσω

Θα πάει χαμένο

 

Μη μου στείλεις

Ό,τι θέλω να λάβω

Θα προσπεράσει

 

Μη μου πάρεις

Ό,τι θέλω να χάσω

Δεν θα χαθεί

 

Μην είσαι

Ό,τι άλλος θέλει

Είσαι τίποτα

 

Αν είσαι τίποτα

Θα είσαι κάτι

Για τον άλλον

 

Αν είσαι

Και εσύ και τίποτα

Έλα

Και μίλα μου

Κι άγγιξέ με

Και μη μου το πεις