Αφήγηση, ύφος, ήθος, παραγλωσσικά σημεία, υπονοήσεις, υπονοήματα κι αισθητική

 

Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 

Από την εποχή των σπηλαίων, με το που έπεφτε το σκοτάδι κι εχανόταν ο ήλιος, χωρίς κανείς να εγγυάται την ασφαλή επιστροφή του (βλέπε τον μύθο τού Φαέθοντα), τα τρομαγμένα θηλαστικά κλειδαμπαρώνονταν στις σπηλιές τους, μαγείρευαν το θήραμα με τα χόρτα και τα ζαρζαβατικά που είχαν μαζέψει ως τροφοσυλλέκτες κατά την διάρκεια τής ημέρας κι εξημερώνονταν με την Τέχνη (μουσική, αυτοσχέδια στην αρχή, βραχογραφίες, αφήγηση, χορός, θέατρο… όχι απαραιτήτως με αυτή τη σειρά).

Από τους παραμυθάδες τής Ανατολής έως τους συγχρόνους από σκηνής (και οθόνης) αφηγητές ιστοριών είναι μακρύς ο εξελικτικός δρόμος.

Μόνο τα εργαλεία αυξήθηκαν, που κάνουν ενίοτε την ζωή και την τέχνη μας ευκολότερη, όταν δεν την περιπλέκουν με τις πολύπλοκες απαιτήσεις, με την τακτική συντήρηση και τις άτακτες ενημερώσεις, ανανεώσεις, αναθεωρήσεις τους.

Ποιος νομίζετε πως έκανε ευκολότερα τη δουλειά του: ο αφηγητής των σπηλαίων ή ο σύγχρονος δάσκαλος μέσω webex;

Η απάντηση ποικίλει ανάλογα με το αντιπροσωπευτικό δείγμα τής ομάδας των ερωτωμένων.

Και φυσικά, δεν υπάρχει μία και μόνη απάντηση.

Η διαδραστικότητα είναι χαρακτηριστικό στοιχείο τού σύγχρονου θεάτρου και η διδασκαλία είναι ένα είδος θεατρικής πράξης είτε ο αφηγητής/συντονιστής/εμψυχωτής είναι προεξάρχων είτε ίσος μεταξύ ίσων.

Από την «Πρόβα ορχήστρας» τού Φελλίνι, αριστουργηματική ταινία, καθοριστική για το συμβολικό φιλοσοφικό της περιεχόμενο και με κομβική σημασία στην Ιστορία τής Τέχνης και του Πολιτισμού τού εικοστού αιώνα, έως τον σημερινό «Οίκο των Gucci» είναι σαφές πως η αφηγηματική τέχνη προϋποθέτει την ΗΓΕΣΙΑ, την αυτοκυριαρχία, την αυτογνωσία, την ενσυναίσθηση, την πλήρη κατοχή των εκφραστικών μέσων, την κοινωνικότητα, την αποδοχή τού διαφορετικού, την διάθεση για εξέλιξη, την επίγνωση τού ανέφικτου τής όποιας τελειότητας, την ηθική, το αίσθημα Δικαίου, την φιλότητα και εν τέλει… την ίδια την Αγάπη, τον Ορφικό Έρωτα, που προϋποθέτει όμως και απαιτεί την αγάπη τού εαυτού «ως πλησίον».

Και ξαναγυρίζουμε στο ίδιο σημείο, σαν τον ουροβόρο όφι που παριστάνει το Σύμπαν, το πλατύ και μαύρο (φαινομενικώς, αφού το Άπαν κατακλύζεται από Φως, το ομηρικόν Φάος, αόρατον από τους ανθρωπίνους οφθαλμούς).

Η αφήγηση για να έχει ύφος αναγνωρίσιμον και ήθος διακριτόν πρέπει να αξιοποιεί τα λεγόμενα παραγλωσσικά σημεία (την γλώσσα τού σώματος), να αφήνει κενά και σιωπές έτσι ώστε να μπορεί να συνδεσμευθεί ο επαρκής αναγνώστης-θεατής, αν θέλει να συνδημιουργήσει ένα κάποιο εκ-πληκτικό απείκασμα στον εγκέφαλό του και στην ψυχοσωματική του οντότητα εν γένει.

Εδώ παρεμβάλλονται υπονοήσεις, παρανοήσεις, υπερνοήσεις και η συναισθηματική ευφυία (eq) έρχεται να συμπληρώσει την συγγνωστή ανεπάρκεια τού μαθηματικού, εικονιστικού iq.

Νοήματα και υπονοήματα, κείμενο, υποκείμενο, διακείμενο, μετακείμενο, υπέρ-κείμενο…

Κι η αισθητική, που δεν μένει ποτέ ενιαία κι αναλλοίωτη κοινή συναινέσει; Αντιθέτως, είναι απείρως ρευστότερη κι από το πιο βιαστικό ηφαίστειο που βιάζεται να κατοικήσει τη θάλασσα με τα πλούτη του.

Τι είναι αισθητικό και τι kitsch;

Ποιος το καθορίζει;

Ο κριτικός;

Με ποια μέτρα και σταθμά κρίνει;

Η Κριτική είναι δι-υποκειμενική, υβριδική έκφανση μεταξύ Επιστήμης και Τέχνης.

Ουδείς αλάθητος, ουδείς αλάνθαστος, ουδείς ακαταλόγιστος…

Απομένει το χιούμορ, η ευδιαθεσία και η καλή καρδιά.

Συγ-γνωστή κάθε ανθρώπινη αδυναμία. Κοινό το παρελθόν και το μέλλον αβέβαιο.

Και η ηθική; Προεξάρχουσα. «Ό συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις».

 

Μετά περισκέψεως και ταπεινότητος περισσής,

 

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας, αριστούχος διδάκτωρ του Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας τού Ιονίου Πανεπιστημίου

https://konstantinosbouras.gr