ΛΟΥΛΑΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΥθέατροΝΕΟΥΚΟΣΜΟΥ

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Για όσους ζούσαν και θυμούνται την τρελή εικοσαετία του καναπέ (1980 έως το κραχ του ελληνικού χρηματιστηρίου το 1999), φαινόταν σαν να μην είχαμε ως μικρομεσαίοι τίποτα άλλο στο νου μας παρά μόνον σεξ-σεξ-σεξ και ξερό ψωμί. Εύκολα δάνεια, εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, οι τράπεζες σε παρακαλούσαν να πάρεις ακόμα μια πιστωτική κάρτα, το δίδυμο Κεχαΐδης-Χαβιαρά έγραφαν το καίριο ψυχογράφημα για τις ελληνικές παθογένειες «Με δύναμη από την Κηφισιά», όπου οι καλοβολεμένες μεσοαστές βαυκαλίζονται όλη την ημέρα με σεξουαλικές φαντασιώσεις. Η παραισθητική και ψευδαισθητική «Κοινωνία της Αφθονίας» έχει για τα καλά εισβάλλει στην Ελλάδα με την Μεταπολίτευση. Κι η καθυστερημένη σεξουαλική επανάσταση και οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες προηγουμένων δεκαετιών με χρονοκαθυστέρηση (όπως τα χρηματοκιβώτια). Χρήμα-χρήμα-χρήμα, κοινοτικές επιδοτήσεις, διαφθορά, όλοι όσοι έχουν το πεπόνι και το μαχαίρι δικαιούνται να γλείψουν από τα δάχτυλά τους το μέλι της εξουσίας, κάθε ένας παραγοντίσκος «δικαιούται να κάνει ένα δώρο στον εαυτό του» (φράση δια πρωθυπουργικού στόματος)… μόνον ο Κουτσόγιωργας κι ο Κοσκωτάς είναι τα εξιλαστήρια θύματα ενός βαθιά προτεσταντικού συστήματος που ανακαλύπτει την εξ ουρανού ελεύθερη οικονομία, που θεοποιεί την ιδιωτική πρωτοβουλία (αλλά με κρατικές επιχορηγήσεις), που κυβερνά ελέω λαού, καταργεί το πολυτονικό ως μεσαιωνικό, και τάζει-τάζει-τάζει λαγούς με πετραχήλια. Κι αν όλα αυτά δεν ήταν ένα καλά στημένο σενάριο (κάτι που δεν το πιστεύω, γιατί ακόμα και τα πορνεία έχουν τάξη κι αυτός που κάθεται στη θέση της τσατσάς έχει …όρχεις), σίγουρα ήταν η αποθέωση της τσαπατσουλιάς, της προχειρότητας, της φυγοδικίας, του αυτοσχεδιασμού και του ωχαδερφισμού της δαιμόνιας φυλής μας.

Αυτό είναι το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο όταν γράφεται, εκδίδεται και «προκαλεί» η εξ αντιθέτου προτεσταντική «Λούλα» του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, στα ίχνη μιας περισσότερο ευρωπαϊκής και κεκαλυμμένης θεματικής (κι αισθητικής) του πεζογράφου Μένη Κουμανταρέα. Εδώ τα πράγματα είναι σαν αμερικάνικο θρίλερ. Τα πρόσωπα «ελληνίζουν» αλλά είναι και δεν είναι παγκόσμια. Όλα αναμενόμενα κι όλα τετριμμένα κατά την ταπεινή κριτική μου ιδιότητα. Τίποτα το καινοφανές και ρηξικέλευθο.

Η παράσταση στο «Θέατρο Νέου Κόσμου» τονίζει – ευτυχώς – τη θεατρικότητα και τη συμβατικότητα του κειμένου, απέχοντας από τον ρεαλισμό που θα ήταν καταστροφικός και θα καταδείκνυε την διαμεσολαβημένη γύμνια του κειμένου. Όλα ωραία και καλά σαν παιχνίδι ζενεϊκό αλλά όχι και φασμπιντερικό. Για να αντιγράψεις, να συνθέσεις, να αφομοιώσεις θεματολογίες κι αισθητικές απαιτεί εξεζητημένο ταλέντο και δείκτη ευφυΐας πολύ μακράν του μετρίου…

Η σκηνοθεσία προσπάθησε να καταδείξει την διαχρονικότητα του κειμένου, παρ’ όλο που το ενέταξε στην εποχή που γράφτηκε κι αναφέρεται, κυρίως δια των video-art. Τέλεια. Όλα καλά και ανιαρά. Γιατί πλήξαμε σχεδόν στη μέση της παράστασης από την ελληνική και μάλλον κακόγουστη εκδοχή του Sex and the City.

Τι να σου κάνουν κι οι δύο ταλαίπωρες (αλλά ουχί) κακόμοιρες ηθοποιές; Και πάλι καλά. Κράτησαν τον επαγγελματισμό και τη νατουραλιστική (σχεδόν ηθογραφική) χάρη τους σε ένα έργο που δεν είχε τίποτα να επιδείξει και να προσφέρει στην νεοελληνική κρίσιμο-καταστροφολαγνεία μας. Τουλάχιστον οι αντίστοιχες ταινίες στην τηλεόραση έχουν ελαστικά σενάρια, καταπληκτικές ερμηνείες, ιλλυστρασιόν φωτογραφία κι ο ρυθμός είναι αποστομωτικός. Εδώ είδαμε πολλή κυτταρίτιδα (από τη μια) νευρογενή ανορεξία (από την άλλη), αμηχανία, ξεπατικωμένες φιοριτούρες κι ουδέν το καινοφανές.

Παρ’ όλα αυτά είναι από τις φετεινές παραστάσεις που θα συζητηθούν. Για το τέλειο δεν διαφωνεί κανείς, ενώ για το ελλιπές και το ετεροβαρές όλοι έχουν κάτι να πουν νιώθοντας πιο έξυπνοι και από τον συγγραφέα και από τους συντελεστές της παράστασης. Είναι ένας κλασσικισμός εξ αντιθέτου, όπου ο θεατής είχε περισσότερες πληροφορίες για την πλοκή από τα δραματικά πρόσωπα. Εδώ νιώθει απλώς πιο προνομιούχος που δεν είναι ΤΟΣΟ κολλημένος με το σεξ. Φεύγοντας σκέφτεται: «είμαστε καλά και δεν το ξέρουμε».

Δείτε την παράσταση της «Λούλας» του Βαγγέλη Ραπτόπουλου στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου». Λειτουργεί αποτρεπτικά κι ευεργετικά σε πολλά επίπεδα: έτσι ΔΕΝ είναι η ζωή, δεν θα μιλούσε ποτέ έτσι αν της δινόταν ο Λόγος. Ευτυχώς. Πολλές φορές η Τέχνη λειτουργεί κι ως Ομοιοπαθητική διογκώνοντας τα όποια συμπτώματα και διεγείροντας τις παρενέργειες τροφοδοτώντας τα με προσοχή κι ανάξιο ενδιαφέρον. Μουσειακή ανατομία μιας ξεχασμένης, αποτυχημένης και ηδονόπληκτης γενιάς, που θα μπορούσε να τη λένε και υποτιμητικά «Λούλα».

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

Info από τον επίσημο διαδικτυακό τόπο του ΘΕΑΤΡΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ:

http://nkt.gr/play/174/loyla/

“Λούλα”, παράσταση βασισμένη στο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Αγαρτζίδης, Δέσποινα Αναστάσογλου
Παίζουν: Ανθή Ευστρατιάδου, Βίκυ Κατσίκα

Συμπαραγωγή με την Ομάδα Elephas tiliensis

Το μυθιστόρημα που σόκαρε, δίχασε και ενθουσίασε, για πρώτη φορά στο θέατρο.

Προσπαθώντας να φτάσει πάση θυσία στο αποκορύφωμα της ηδονής, μια όμορφη φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Αθηνών έρχεται αντιμέτωπη με την εφιαλτική όψη της λαγνείας. Μια παράσταση για τον γυναικείο οργασμό και την απουσία του. Για τη χρήση ινδικής κάνναβης. Για σεξουαλικές διαστροφές. Για τη λαγνεία ως εφιάλτη της Ανατολής. Για βρικόλακες στην Αχαΐα του προηγούμενου αιώνα. Για κόσμους άλλων διαστάσεων στη σύγχρονη Αθήνα. Και για τον κόσμο των ψυχώσεων.
Μια πολιτική πορνογραφία.

Ο αυτιστικός κόσμος της Λούλας. Η Λούλα ως σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς που πάλεψε να ενηλικιωθεί στις τοξικές δεκαετίες από το ’90 και μετά.
Η Λούλα αναζητά απελπισμένα και ασυνείδητα την εκτόνωση του σώματος καθώς δεν μπορεί να συνδεθεί με την πραγματικότητα, την χώρα και την Ιστορία. Η ανοργασμία της την κάνει εμμονική. Προβάλλει σαν αναπηρία και μέγγενη. Πρέπει να φτάσει σε οργασμό για να απελευθερωθεί.
Η συγκάτοικός της, η Εύη, το alter ego της, χωρίς την εκθαμβωτική ομορφιά της Λούλας, κάνει τους άντρες να τρέχουν από πίσω της γιατί ξέρει να τους ικανοποιεί και να ικανοποιείται. Είναι το αντίθετο της Λούλας, είναι η χυδαία, σαρκαστική και κυνική σύντροφός της. Ένα ντεσαντικό δίδυμο.
Οι δύο κοπέλες, σε ένα φοιτητικό δωμάτιο στα Εξάρχεια, με αναμμένη την τηλεόραση και τα γειτονικά μπαλκόνια να ξεφωνίζουν Σφακιανάκη και Γαρμπή, μιλούν για το σεξ όπως το διαβάζουν στα περιοδικά του Κωστόπουλου, πηγαίνουν στο Πανεπιστήμιο, αν και ελάχιστα μιλούν για αυτό, φαντασιώνονται  τους γυμναστές των πρωινάδικων, μέχρι που ο Βρικόλακας εισβάλλει και τους συστήνει με έναν περίπατο στα Εξάρχεια μια Αθήνα μεταφυσική, διαβολική, τρομώδη και πανέραστη.
Ο κόσμος της Λούλας μέσα από την πορνογραφία, το χιούμορ, το noir και το θρίλερ, αποκαλύπτεται ως μελέτη μιας γενιάς, της γενιάς μας, που αναγνωρίζει και παλεύει με τον αυτισμό της προκειμένου να φτάσει  στην ενηλικίωσή της.

Η παράσταση είναι αυστηρά ακατάλληλη για ανηλίκους.

Το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου «Λούλα» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Συντελεστές της παράστασης 

Δραματουργική επεξεργασία – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Αγαρτζιδης, Δέσποινα Αναστάσογλου
Σκηνικός χώρος – Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική: costinho (Κωστής Ζουλιάτης)
Φωτισμοί-Φωτογραφίες: Karol Jarek
Video: Μικαέλα Λιακατά, Ιάσων Αρβανιτάκης
Επιμέλεια κίνησης: Αλεξάνδρα Καζάζου
Κατασκευές-Γλυπτά: Ιωάννα Πλέσσα
Παίζουν οι ηθοποιοί

Ανθή Ευστρατιάδου, Βίκυ Κατσίκα

www.elephastiliensis.gr
FB page: Elephas tiliensis