Κωνσταντίνος Μπούρας / Konstantinos Bouras

 

 

ΦΩΤΙΣΗ / ENLIGHTenMENT

 

Από «Τα ποιήματα μιάς ά-Φθονης Λιτότητας»

 

 

(Μπορείς να διορθώσεις τις μέρες σου,

Δεν μπορείς όμως να τις αλλάξεις…)

 

Σε κάμαρες δυσήλιες αυτοπυρπολήθηκα

Και πριν να φέξει η Χαραυγή

Στολήν Αυγερινού εντύθηκα

Κι εχάθηκα μες τη βροχή…

 

Για κάθε νησίδα αυξανομένης Εντροπίας στο Σύμπαν

Υπάρχει κι η αντίθετή της, όπου το Χάος υποχωρεί

Κι ο Λόγος επανευρίσκεται. Ισορροπία.

Αυτό που μάς φαίνεται δίχως νόημα

Είναι απλώς ένας ρυθμός

Που ο φτωχός ανθρώπινος εγκέφαλός μας

Δεν προλαβαίνει και δεν δύναται

Να παρακολουθήσει,

Ν’ αντιληφθεί εν τέλει πως υπάρχει κάτι

Εκεί έξω

Πλατύτερο από την ανασφαλή

Αλαζονεία μας.

*

Με λιακάδες και συννεφιές

Μέτρησα τη ζωή

Μου βγήκε σωστή.

*

Από τις μαύρες τρύπες μένεις

μήτε μακριά μήτε κοντά:

Σε απαλλάσσουν από περιττά

υλικά σκουπίδια

Και σού χαρίζουν υψίσυχνες ακτινοβολίες

Από εκείνες που και τα λιθάρια

Διαμάντια γίνονται.

*

Μη φοβείσθε το Σκότος.

Αδέλφι είναι τού Φωτός

Και μάνα του ακριβή,

Λεβεντογεννήτρα.

*

Ας τετραγωνίσουμε τον θεμέλιο λίθο τής ύπαρξής μας.

Ας ορθογωνίσουμε την απόσταση μεταξύ καρδιάς και μυαλού.

Το μεγαλύτερο διάνυσμα στη Φύση.

*

Ήλιος αχινός Ελευθερίας

Να μάς κάψει!!!

*

Εις το πυρ ορμούμε νουνεχείς

Μόνον απελπισμένοι!!!

*

Μην βουλιάζετε στο Σκοτάδι

Από ναυτία τού Φωτός.

*

Βουλιάζουμε στο Φως

Από ναυτία τού Σκότους.

*

Τελικά όλα είναι Ένα,

Φανός στον Ουρανό.

*

Κάθε πρωί ξύνω το μολύβι

Κι ακονίζω τα σπαθιά…

Τα μαχαίρια

Τα φυλάω για σένα

Βιωμένη λύπη μας…

*

Όταν έστω κι ένας

            Είναι σκλάβος

Κανείς πάνω στον πλανήτη

            Δεν είναι ελεύθερος.

*

Λείπεις κάθε φορά

Που σε χρειάζομαι

Για να μπαλώσω

Το Κενό με στίχους,

Ήχους αδέξια

Σκορπισμένους

Στον καμβά μιας ζήσης

            Μακροσκελούς…

                        *

Μέσα στην πόλη τη ζεστή

Καυτή η σάρκα

Εξαφάνισε

Δύο περιστέρια

Εξάτμισε δύο σιντριβάνια

Στέρεψε πηγές.

                        *

Ποθώ να ζω

Χωρίς πόνο

Και να ξανοίγομαι

Στα βαθιά τής γλώσσας

            Άφοβα…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τριάντα τρεις δεήσεις προς τον Πρωταρχικόν Δημιουργόν απάντων

 

1.

Σκοτάδι,

Χάρη σ’ εσένα

Βλέπουμε τ’ άστρα.

 

2.

Πώς θα ήταν το αρνητικό

Τού Σκότους;

Λευκό Φως με φακίδες;

 

3.

Χωρίς τις σκοτεινές στιγμές

Δεν θ’ απολάμβανες

Τις φωτεινές σου.

 

4.

Πρέπει να είσαι πολύ κουρασμένος

Για να ποθήσεις το Σκότος.

Πρέπει να ’σαι πολύ απελπισμένος

Για να νοσταλγείς το Φως

Μέρα-νύχτα.

 

 

5.

Δεν ξέρω τι θα με κούραζε

Περισσότερο:

Νύχτες με ήλιο

Ή μέρες με σκοτάδι;

 

6.

Ο Ήλιος του Μεσονυκτίου

Είν’ αξιοθαύμαστος

Ακριβώς επειδή παλεύει

Με το Σκοτάδι

Και θριαμβεύει.

 

7.

Με την εσωτερική όραση τών τυφλών

Βλέπεις πάντα Φως Ανέσπερον.

 

 

 

8.

Σκιά: δίδυμη αδελφή

Τής ηλιαχτίδας,

Σιαμαία.

 

9.

Γυρεύω πάντα τις πανσελήνους

Τής αγρύπνιας

Με τα μάτια ανοικτά

Και τον πρώτο πόνο

Μιάς εφηβείας

Χωρίς αναισθητικό.

 

10.

Νύχτες ακοίμητες,

Μέρες υπνοβασίας…

Ποιες θα διάλεγες

Για συντροφιά απόψε;

 

11.

Οι φωτεινοί φαντασιώνονται

Τούς σκοτεινούς

Και τ’ ανάπαλιν.

 

12.

Ποθώ το σκοτάδι

Μέρα μεσημέρι καλοκαιριού.

Νοσταλγώ το φως

Τις αφέγγαρες νύχτες.

 

13.

– Φως, αγαπημένο μου,

Είπεν το Σκότος.

– Σκοτάδι, αγαπημένο μου,

Είπεν το Φως.

(Και οι δύο μαζί).

Τι θα γινόμουνα χωρίς εσένα;

 

14.

Βεγγαλικά τη μέρα

Και σκοτεινές ουρές

Από σβησμένους κομήτες

Τη μαύρη νύχτα

Δεν φαίνονται. Φαίνονται;

 

 

15.

Κάποιοι διπολικοί

Συνέδεσαν το Φως με το Καλό

Και το Σκότος με το Κακό.

Μα τι θα συνέβαινε

Αν είχαν επιλέξει ανάποδα;

Τι θα συνέβαινε άραγε

Σ’ έναν κόσμον ανάστροφον;

Το σκέφτηκε ποτέ κανείς

Αυτό;

 

16.

Στη σκοτεινιά [obscurité]

Συνάντησα τούς πιο φωτεινούς

Τύπους.

Και τ’ ανάπαλιν [vice-versa].

 

17.

– Πονώ στη φωτεινιά

Γαληνεύω στη σκοτεινιά.

– Ποθώ στη σκοτεινιά

Αδιαφορώ στη φωτεινιά.

(Και οι δύο μαζί).

Αδελφέ μου, δίδυμέ μου.

 

18.

Οι γλάροι ψαρεύουν στον αφρό

Κι η προπέλα βυθίζεται

Στ’ ανήλιαγα σπλάχνα

Τής θάλασσας.

 

19.

– Πονώ στη σκοτεινιά

Γαληνεύω στη φωτεινιά.

– Ποθώ στη φωτεινιά

Αδιαφορώ στη σκοτεινιά.

(Και οι δύο μαζί, με μια φωνή)

Αδελφέ μου, τυφλέ

Μάντη Τειρεσία.

 

 

20.

– Έφυγες, χάθηκες στη σκοτεινιά.

– Έφυγες, χάθηκες στο άπλετο

Εκτυφλωτικό Φως.

(Τι σάς τρομάζει περισσότερο;)

 

21.

Θα προτιμούσατε

Να θαβόσασταν σ’ ανήλιαγη

Σπηλιά

Ή να λιώνατε σαν τον ασβέστη

Στο Καμίνι τού Ήλιου;

(Τι θα σάς φόβιζε λιγότερο;)

 

22.

Φως λευκόχρυσον,

Παρθένο, ταξιδιάρικο, αθώο

Ή

Νερό μαύρο,

Μουχλιασμένο, στάσιμο, βρωμερό;

(Πού θα κολυμπούσατε

Χωρίς ενδοιασμό;)

 

23.

Φοβάμαι το Σκοτάδι

Που κρύβουν οι Φωτεινοί

Μέσα τους.

Φοβούνται το ίδιο τους το Φως

Που κρύβουν οι Σκοτεινοί

Εντός τους.

 

24.

Παίξαμε σε όλους τους δυνατούς

Τόνους.

Φωτοσκιάσεις

Ή πυγολαμπίδες

Θα θέλατε να είστε;

(Διαλέξτε!)

 

25.

Αστέρια, αστεράκια μου,

Ποια μοίρα σάς καταδίκασε

Στη σκοτεινιά;

 

26.

Φανταστείτε ένα Σύμπαν

Διάπυρον

Και το Σκότος να πυρακτούται

Εντός του

Μέχρι πλήρους εξομοιώσεως

Με το Λευκό.

 

27.

Λέξεις κλέφτρες,

Μου ρουφάτε τη ζωή

Με κάτι φρούδες ελπίδες

Κι υποσχέσεις αθανασίας.

Αλλά τι άλλο να κάνει κανείς;

Ακόμα κι ο ουρανός πεθαίνει,

Το φως θνήσκει κι αυτό,

Το δε σκοτάδι διαλύεται

Στον ασβέστη

Μεσοπέλαγα καταμεσήμερο.

 

 

28.

Η Γη θα καταληφθεί

Από τον αείλανθο

(αρχαίο δέντρο παράσιτο

Που πολλαπλασιάζεται

Και πληθύνεται ασυστόλως)

Και το Σκοτάδι από Φως

Θα καταληφθεί.

 

29.

Πολλά σκοτάδια έχουν δει

Τα μάτια μου

Μα ετούτο μου φέρνει τρόμο

Τόσο επιτήδεια που υποδύεται

Το Φως,

Το αντίθετο

(ή μήπως το συμπληρωματικό του;)

 

30.

Η διαφορά του ψευδο-Φωτός

Από το ψευτο-Σκότος

Είναι ότι το δεύτερο

Νιώθει τουλάχιστον

Οίκτο για τον εαυτό του.

 

31.

Στο Σκοτάδι κολυμπάς

Μα θυμήσου

Πως πάντα

Κάτι φέγγει στο βάθος.

 

 

32.

Αυτοδύτης θα γενώ.

Το Σκοτάδι που λάμπει

Μέσα σου

Ν’ ανασύρω.

 

33.

Πέραν τού Καλού και τού Κακού,

Πέραν Φωτός και Σκότους,

Εκεί ΤΟ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟΝ ΠΥΡ,

Ο ΔΙΝΟΣ[1],

Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Κατοικοεδρεύει…

(γραμματικέ Πλάτωνα,

Θείε Σωκράτη, θεϊκέ,

Που καταδικάστηκες

Ως άθεος από τους

«τα φαιά φορούντες» –

εξ ιδίων κρίνοντες, οι άθλιοι,

οι μικρονοϊκοί,

οι καθυστερημένοι –

αλλά βέβαια, δεν φταίει κανείς

άλλος εξόν εκείνοι οι Ατλάντες

που ψήφισαν να υιοθετήσουμε

τα πλανητικά ορφανά –

φάτε τα τώρα

τα σκουπίδια

με ρύζι και φακές ανακατεμένα…)

 

 

 

 

 

Κωνσταντίνος Μπούρας / Konstantinos Bouras

Σμολένσκη 22

114 72 Αθήνα

Τηλ. 0030-6942616402

E-mail: kbouras8@gmail.com

web-site: www.konstantinosbouras.gr

 

 

 

 

 

 

[1] Από την αριστοφανική κωμωδία «Νεφέλες».