Τεχνολογία, Λογοτεχνία, Τέχνη και συναίσθημα. Νοητικό και θυμικό σε αγαστή συνδημιουργική σύμπνοια.

 

Από τον ποιητή, θεατρολόγο, μεταφρασιολόγο, κριτικό

Κωνσταντίνο Μπούρα

 

 

Κι ο Πολιτισμός μετατράπηκε στην εποχή μας σε Βιομηχανία, και μάλιστα βαριά.

 

Στον εξαιρετικά χρήσιμο συλλογικό τόμο [(Νικόλας ΒΕΡΝΙΚΟΣ, Σοφία ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ, Φιλήμων ΜΠΑΝΤΙΜΑΡΟΥΔΗΣ, Νίκος ΜΠΟΥΜΠΑΡΗΣ, Δημήτρης ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, επιμέλεια), ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ, ΑΓΑΘΑ, Εκδόσεις Κριτική,  Αθήνα 2005, σελ. 310.] διαβάζουμε το εκτενές άρθρο της Αλεξάνδρα Μπούνια με τίτλο: «Τα μουσεία ως πολιτιστικές βιομηχανίες: Θέματα και Προβληματισμοί – μια προκαταρκτική συζήτηση».

 

Η έννοια τής «πολιτιστικής βιομηχανίας»: Ο ρόλος των μουσείων

Ο όρος «πολιτιστική βιομηχανία» προέρχεται από το ομότιτλο δοκίμιο των Adorno και Horkheimer (1947/1984), που δημοσιεύτηκε αρχικά στο βιβλίο τους Dialektik der Aufklärung (Διαλεκτική τού Διαφωτισμού). Αποτελούσε μια προσπάθεια να μιλήσουν για τη διαμόρφωση τού καπιταλιστικού μοντερνισμού, ο οποίος δεν δίστασε, κατά την άποψή τους, να χρησιμοποιήσει τον πολιτισμό, τη διαφήμιση, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας ως νέες μορφές κοινωνικού ελέγχου, ώστε να επιφέρει αποδοχή των νέων μορφών της καπιταλιστικής κοινωνίας. Για τους Γερμανούς φιλοσόφους της Σχολής της Φρανκφούρτης, για τους οποίους ο πολιτισμός και η βιομηχανία ήταν αντιληπτές ως δύο έννοιες διαμετρικά αντίθετες, ο συνδυασμός των δύο στη δημιουργία ενός νέου όρου είχε ως στόχο να σοκάρει και να κινητοποιήσει την κοινωνία κατά αυτού που εκείνοι αντιλαμβάνονταν ως περιορισμό της πολιτιστικής ζωής στα πλαίσια του ύστερου μοντερνισμού, να κινητοποιήσει κατά αυτού που πίστευαν ότι ήταν ένας κεντρικός μηχανισμός ελέγχου του ατόμου από τον σύγχρονο καπιταλισμό.

Τις αντιλήψεις των Γερμανών φιλοσόφων διαδέχτηκαν απόψεις των Γάλλων κοινωνιολόγων (ανάμεσά τους οι Morin, Huet, Miège), οι οποίοι καταρχήν έφεραν τον όρο στον πληθυντικό αριθμό – «πολιτιστικές βιομηχανίες» αντί του «πολιτιστική βιομηχανία» – και όρισαν αυτές ως εκείνους τους φορείς, κυρίως επιχειρήσεις, αλλά και κρατικούς μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς που εμπλέκονται άμεσα στην παραγωγή κοινωνικού νοήματος. Με άλλα λόγια, ο όρος αναφέρεται στο «σύστημα» (όρος του Wiliiams) μέσω του οποίου η κοινωνική τάξη μεταδίδεται, αναπαράγεται, βιώνεται και ερευνάται. Οι σύγχρονοι μελετητές του θέματος απομονώνουν ένα βασικό χαρακτηριστικό του θέματος για τις πολιτιστικές βιομηχανίες: την παραγωγή και διάθεση «κειμένων», ή με άλλα λόγια προϊόντων, ερμηνειών, που με τη σειρά τους διαμορφώνουν το πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, την κοινωνική μας συνείδηση, τον εσωτερικό μας κόσμο – τις φαντασίες, τα συναισθήματα, την ταυτότητά μας. Αυτή η διαμόρφωση μπορεί να ακολουθεί τα κοινωνικά στερεότυπα ή τα επιλεγμένα από τους χειριστές της κυρίαρχης ιδεολογίας σχήματα και να κατευθύνει προς αυτά την κοινωνία, μπορεί όμως και όχι – αφού η διαμόρφωση των απαιτήσεων αλλά κα των ερμηνειών μας είναι πολύ πιο σύνθετη και πιο προσωπική απ’ ό,τι πίστευαν οι Adorno και Horkheimer» (σς. 39-40)

 

[…] η μεταμοντέρνα κατάλυση των ορίων μεταξύ «υψηλής» και «χαμηλής» τέχνης (και κουλτούρας)

[…] η πολιτιστική κληρονομιά εντάσσεται στο μηχανισμό αναπαραγωγικής ιδεολογίας και βρίσκει τη θέση της ανάμεσα στις άλλες πολιτιστικές βιομηχανίες.

[…] Τα μουσεία ανήκουν εξ ορισμού στις πολιτιστικές βιομηχανίες ως κατεξοχήν φορείς και δημιουργοί κοινωνικού νοήματος, ότι η σύμπλευση πολιτισμού και βιομηχανίας δεν είναι πρόσφατη εξέλιξη, αλλά έχει ρίζες στο χρόνο.

[…] Η αύξηση της ζήτησης για τον πολιτισμό, και μάλιστα τον εξειδικευμένο, οδήγησε και σε διεύρυνση και κατακερματισμό των αντίστοιχων «πολιτισμικών αγορών και προϊόντων» (O’ Connor, 2000).

[…] η πολιτισμική κληρονομιά διευρύνεται για να συμπεριλάβει δύο βασικές έννοιες που συνδέονται με την κατανάλωσή της: την έννοια τού «θεάματος» και την έννοια του «πολιτιστικού κεφαλαίου» (σελ. 42).

 

Η πολιτιστική κληρονομιά ως οικονομικό μέγεθος

Η πολιτιστική κληρονομιά λοιπόν μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια διπλή οντότητα: μια πηγή οικονομικού και πολιτιστικού κεφαλαίου. […] Οι δύο ενότητες της πολιτιστικής κληρονομιάς συνδέονται με την κοινή τους εξάρτηση από τη διατήρηση των παλαιών αντικειμένων και των μηνυμάτων που αυτά φέρουν. Ιδιαιτέρως τα τελευταία δημιουργούν την έννοια της αντιπαράθεσης. Μπορούμε και στις δύο περιπτώσεις να διακρίνουμε μεταξύ της «υψηλής» και της «χαμηλής» κουλτούρας, μια διχοτόμηση που επιτείνει, αλλά και εμπλουτίζει την αντιπαράθεση. […] Η «υψηλή» κουλτούρα σε αντίθεση έχει συνήθως έναν παιδευτικό ρόλο συν φυσικά αυτού ως υψηλού επιπέδου ψυχαγωγία.

[….] «βιομηχανία του παρελθόντος» (“heritage industry”) (σελ. 47)

 

Αστική ανάπλαση, μουσεία και πολιτιστικός τουρισμός

Ο «πολιτισμός» είναι γενικά αποδεκτό ότι αποτελεί όχι μόνο μια πηγή κοινωνικής ανάπτυξης, αλλά και διαμόρφωσης της ταυτότητας της κοινωνίας. (σελ. 48).

[…]

Η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί επιπλέον να συμβάλει στο «ζωντάνεμα» μιας πόλης: αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι βγαίνουν στους δρόμους, ιδιαίτερα όταν άλλες αστικές δραστηριότητες είναι κλειστές, και με αυτό τον τρόπο δημιουργείται μια ζωντάνια στην πόλη, η οποία από μόνη της αποτελεί θέαμα. Οι επισκέπτες λειτουργούν τόσο ως performers όσο και ως κοινό… (σελ. 49)

[…]

Δημιουργία «κτηρίων-υπογραφών», που στόχο έχουν να υποστηρίξουν μια νέα εικόνα της πόλης ως «πόλη του πολιτισμού» (σελ. 49)

 

Εδώ, εκτός από τους χρήσιμους ορισμούς, είναι σαφές πως Τουρισμός και Πολιτισμός είναι αλληλένδετα μεγέθη, με τον δεύτερο ως οικονομικό υποσύνολο τού πρώτου (όσον αφορά τους εξωτερικούς ή εσωτερικούς περιηγητές-επισκέπτες μιας χώρας, μίας πόλης, ή ενός χώρου μακριά από το σημείο μόνιμης κατοικίας τους).

 

 

 

Διαβάζουμε στο πόνημα της Cynthia Freeland, Μα είναι αυτό τέχνη; Για τη ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ (σσ. 153-154):

Η «διεύρυνση της συνείδησης» είναι συγκεκριμένος στόχος κάποιων από τους σύγχρονους καλλιτέχνες, που χρισιμοποιούν τακτικές σοκ, ή άλλων, που επικεντρώνουν σε θέματα φύλου, φυλής και σεξουαλικού προσανατολισμού.

Και άλλα θέματα θίγονται ενδελεχώς στα επόμενα κεφάλαια τού ίδιου βιβλίου:

VIRTUAL REALITY – ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ (σσ. 151-152)

ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ – ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΤΕΧΝΗ (σσ. 148-150)

Κεφάλαιο 7. ΨΗΦΙΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΔΟΝΤΑΣ (σσ. 133 κ.ε.)

Η ερμηνεία (κριτική) ως επεξήγηση (σσ. 131-132).

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ (σσ. 122 κ.ε).

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ – ΘΕΑΤΡΟ ΕΝ ΘΕΑΤΡΩ (σελ. 124)

ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΜΙΜΗΣΗ (σσ. 35-38)

«Περί ύψους» του Λογγίνου (σσ. 158 κ.ε.)

Εδώ δηλώνεται ευθαρσώς πως «Η ΤΕΧΝΗ ΑΠΟΣΚΟΠΕΙ ΣΤΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ¨» (σσ. 153 κ.ε.) και ότι για να προαχθεί η καλλιτεχνική δημιουργία απαιτείται και προϋποτίθεται όχι μόνο Αυτοσυνείδηση αλλά και Επίγνωση τού κόσμου.

 

Μελετάμε κατά σειράν με ιδιαίτερη προσοχή τα πιο κάτω σχετικά πονήματα και σταχυολογούμε τα κυριότερα στοιχεία από την προβληματική και τα συμπεράσματα επιφανών και πρωτοπόρων ερευνητών-μελετητών σε αυτόν τον τομέα. Το σχετικότερο βιβλίο έγραψε ο Δημ. Σ. Αθανασόπουλος: Για μια πολιτική της κουλτούρας, ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ, Αθήνα 1990, σ. 347.

Διαβάζουμε επιλεκτικά:

«Οι λέξεις έχουν τη μοίρα τους. Μοίρα της ελληνικής παιδείας ήταν να υποκύψει στην λατινική cultura, που όλοι οι λαοί και όλες οι γλώσσες έχουν δεχθεί. Είμαστε αναγκασμένοι να τη δεχθούμε κι εμείς. Έστω και μόνο για να δείξουμε ότι σεβόμαστε κάτι ακόμη από το πνεύμα και το μεστό νόημα τής αρχαίας παιδείας…» (σελ. 347)

«Αρχής σοφίας ονόματων επί-σκεψις» έλεγαν οι αρχαίοι διανοητές. Κι αυτός ο σαφής περιορισμός τής γενικότερης ευρείας «παιδείας» σε μονομερή, απλούστερη ίσως “cultura” να δείχνει ακριβώς ότι η φιλο-σοφία υποχώρησε στο κοινωνικό φαινόμενο της απλής καλλιέργειας δεξιοτήτων που συμβάλλουν στη δημιουργία ενός Κοινού Πολιτιστικού Αγαθού, που θα διαμορφώσει ή διαφοροποιήσει τον κυρίαρχο Πολιτισμό τής εκάστοτε δομής στο συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο.

«Αλλά η σφραγίδα τής ατομοκεντρικής αγωγής ποτέ δεν εξαλείφθηκε από την έννοια της αρχαίας παιδείας. Και η ολοκλήρωσή της από τους σοφιστές έγινε υπό κακές συνθήκες: όταν το ελληνικό πνεύμα έκλινε κιόλας προς τη δύση του, και προπάντων (αυτό είναι το σπουδαιότερο) με τρόπους οι οποίοι δεν της επέτρεψαν να διαμορφωθεί οριστικά κατά την κλασική περίοδο. Πράγματι, η σοφιστική ήταν προπάντων μια μέθοδος, όχι διδασκαλία που βασιζόταν σε βαθιά πολιτική σκέψη, ή σε συνειδητή, επίμονη και ανυστερόβουλη αναζήτηση της αλήθειας. Αυτά τα τρωτά των σοφιστών, έδωσαν τα όπλα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη για να τους πολεμήσουν. Το κακό είναι ότι τραυμάτισαν συγχρόνως την τελειότητα αυτής της ίδιας της ελληνικής παιδείας. Λίγοι στην αρχαία Ελλάδα την ενσάρκωσαν, και η ολοκλήρωση του ιδεώδους της έγινε τελικά στους ελληνιστικούς χρόνους και, σε φυσική συνέχεια, από τους Ρωμαίους, που την συντήρησαν και την εμπλούτισαν. Να γιατί, ενώ όλες οι ελληνικές λέξεις τού φιλοσοφικού και γενικότερα του επιστημονικού στοχασμού έχουν διασωθεί και οι άλλες γλώσσες τις δανείστηκαν, η ελληνική παιδεία δεν επέζησε παρά μόνο διυλισμένη από το φίλτρο της λατινικής cultura. Το συμπέρασμα επιβάλλεται αυτονόητα: η αναμφισβήτητα σωστή, η πληρέστερη δηλαδή απόδοση της culture στα ελληνικά, ήταν πάντα και είναι σήμερα η παιδεία» (σσ. 343-344).

Όμως αυτές οι συνώνυμες αλλά μη ταυτόσημες (αν και ταυτίσιμες) έννοιες διακρίνονται από τον προσεκτικό ερευνητή:

«Τι είναι λοιπόν η culture; Είναι το σύνολο των διανοητικών και καλλιτεχνικών αξιών και δεξιοτήτων που συγκροτούν την προσωπικότητα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους μιας κοινωνικής ομάδας, και, μετά, η πνευματική διάσταση μιας πλατειάς κοινωνίας, ακόμη και ενός πολιτισμού.

Και τι είναι πολιτισμός; Είναι το σύνολο των κατακτήσεων που έχει σωρεύσει μια ανθρώπινη κοινωνία, υποτάσσοντας τη φύση και ξεπερνώντας το στάδιο της αγριότητας και του πρωτογονισμού. Και στις δύο περιπτώσεις, οι λέξεις έχουν διπλή σημασία: δηλώνουν το αποτέλεσμα, αλλά και τη διαδικασία που το οδηγεί σε αυτό» (σελ. 339).

Στον Δυτικό Πολιτισμό, που θεμελιώθηκε πάνω στον ελληνορωμαϊκό, κι εκείνος πάνω στον προγενέστερο πολιτισμό τής Μεσογείου (Πελασγοί κ.ά.), «παν μέτρον άνθρωπος». Αυτή η ανθρωποκεντρική θεώρηση είναι κατ’ ανάγκην και ανθρωπομετρική. Όπως φαίνεται στην Αναγέννηση και στις επιστημονικές μελέτες τού Leonardo Da Vinci, είναι σαφές πως ο Άνθρωπος είναι το τελειότερο δημιούργημα, άρα και το εντελέστερο μέτρο σύγκρισης. Πώς θα μπορούσε να λείπει λοιπόν από την θεώρηση του Πολιτισμού ως μετρήσιμου μεγέθους;

«Σε όλη τη διαδικασία τής κουλτούρας, οι άνθρωποι είναι ο πιο κρίσιμος, ο πιο αποφασιστικός παράγων» (σελ. 300).

Για την ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΧΟΡΗΓΙΑΣ (βλ. σελ. 274) του ιδίου πονήματος.

Για την ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΠΗΓΩΝ (βλ. σελ. 264 κ.ε.)

Για την Ενεργοποίηση κοινωνικού δυναμικού (σσ. 219 κ.ε.).

Οι Ευρωπαίοι τουρίστες αναζητούν σήμερα πνευματική τροφή στην Ελλάδα (σσ. 215 κ.ε.)

Κι επειδή το θέατρο και μάλιστα το αρχαίο, όπως αναβιώνει στις επίσημες φεστιβαλικές τουριστικές διοργανώσεις τής Ελλάδας είναι ένας βασικός πυλώνας Πολιτισμού και άξονας άσκησης δημόσιας πολιτικής, τόσο σε ιδεολογικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, ας προβληματιστούμε πάνω στις θέσεις που παίρνει ο Δημ. Αθανασόπουλος, όσο υποκειμενικές κι αν θα μπορούσαν να θεωρηθούν (είναι όμως καλή αφορμή και βάση για συζήτηση):

ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΒΑΡΕΥΤΟΥΜΕ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ (σσ. 136 κ.ε.):

Δραματολόγιο (ορισμός) σελ. 138

Επίδαυρος!!! Σελ. 141

Σύνδεση πολιτισμού – κουλτούρας με την Εκπαίδευση (σσ. 173 κ.ε.)

Μ.Μ.Ε. (σσ. 181 κ.ε.)

Τελικά πού καταφάσκει, τι διαγιγνώσκει και τι προτείνει ο επαρκής μελετητής;

«Γενικές απαιτήσεις και ειδικές ανάγκες.

Όσα θα κάνουμε για να ανοιχτεί η κουλτούρα στο λαό με την εκπαίδευση και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας πρέπει να συμπληρωθούν με την εισαγωγή της ποιότητας στην καθημερινή μας ζωή. Εδώ ανακύπτει η παιδευτική αξία του δομημένου χώρο, είτε πόλη είναι είτε χωριό, και της φύσης. Αν οι μικρές ή μεγάλες πόλεις μας, το αστικό περιβάλλον γενικότερα, δεν ήταν τόσο υποβαθμισμένο και η σχέση μας με τη φύση δεν είχε τόσο διαταραχθεί, οι γενικές απαιτήσεις της αναβάθμισης του δομημένου χώρου και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος δεν θα είχε αναφανεί καν» (σελ. 191)

Και για την λεγόμενη «Πολιτική της Κουλτούρας» λέει:

 

«Πολιτική – η λέξη φέρνει αμέσως στο νου μας το Κράτος. Όχι άδικα, αφού η πολυσημία της και η κοινή χρήση εκεί μας οδηγούν. Μιλώντας, ωστόσο, για μια πολιτική της κουλτούρας, δεν πρέπει να την αντιληφθούμε αποκλειστικά υπό το πρίσμα του Κράτους. Οι ρόλοι είναι μοιρασμένοι, και η ζωντάνια του διάσπαρτου κοινωνικού δυναμικού συμβάλλει ουσιαστικά όχι μόνο στη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής, αλλά και στη διαχείρισή της.

Η έννοια, όμως, της πολιτικής είναι δυναμική και συνεπάγεται μια θεληματικότητα, η οποία ουσιαστικά χρειάζεται ένα κέντρο που κινείται συνειδητά, έστω και αν δεν έχει στην κυριαρχική διάθεσή του όλους τους μοχλούς της δράσης. Εδώ αναφαίνεται ο ρόλος τού Κράτους. Ορίζοντας τους κεντρικούς άξονες μιας πολιτικής, αντλώντας από το πλούσιο απόθεμα των μέσων, των μεθόδων και των διαδικασιών που διαθέτει (από την άμεση και αποφασιστική παρέμβαση ως την ηθική ενθάρρυνση), το Κράτος μπορεί, προσαρμόζοντας και δοσομετρώντας ευέλικτα τις ενέργειές του, όχι μόνο να πολλαπλασιάζει την αποτελεσματικότητα των δικών του έργων, αλλά και να ευνοεί τη σύγκλιση των προσπαθειών όλων των φορέων, ακόμη και των ατομικών πρωτοβουλιών, προς σκοπούς γενικά αποδεκτούς από το σύνολο της κοινωνίας» (σελ. 85).

Ακολούθως θίγει ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα:

«…Πότε θα τολμήσουμε να μιλήσουμε στον εαυτό μας τη γλώσσα της αλήθειας που θερίζει; Στο βάθος κάθε Ρωμιού κρύβεται κι ένας Πτωχοπρόδρομος, η απαιδευσία είναι εγγενές στοιχείο τού νέου Ελληνισμού, και καθένας μας κουβαλάει μέσα του κι έναν μικρό Φιλισταίο. Αυτή είναι η ελληνική πραγματικότητα, δυσάρεστηγ, σχεδόν αποκρουστική. Αν προσθέσουμε τις συνέπειες της στρεβλής ανάπτυξής μας, που κανείς πια δεν αρνείται, ο πίνακας του εξαχρειωτικού ωφελισμισμού της κοινωνίας μας είναι πλήρης. Τι είδους κουλτούρα μπορεί να βλαστήσει σε τέτοιο έδαφος;» (σελ. 74).

Για να καταλήξει στο υποκεφάλαιο με τίτλο «Η πρόκληση της κουλτούρας:

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, το σημερινό επίπεδο της παιδείας μας δεν είναι ανεξήγητο: έχουμε τελικά τη κουλτούρα που μας αξίζει. Μπορούμε άραγε να την βελτιώσουμε; […]

Υπάρχουν σημάδια που δεν απατούν. Αν αφήσουμε το Υπουργείο Πολιτισμού στη γωνιά του και, ξεχνώντας προς στιγμήν την νεοελληνική κακομοιριά και το γενικό παιδευτικό μας επίπεδο, κοιτάξουμε γύρω μας τι γίνεται, θα συλλάβουμε καλά μηνύματα. […]

Όσο τέτοια σημάδια υπάρχουν, δεν έχουμε δικαίωμα να απελπιζόμαστε – ναι, μπορούμε σίγουρα να πάμε μπροστά!

Αυτό, άλλωστε, υπαγορεύει και το συμφέρον της χώρας. Όχι μόνο γιατί εμείς οι ίδιοι θα γίνουμε ανθρωπινότεροι, όποιος καταλαβαίνει το ρόλοι της κουλτούρας στη ζωή συμφωνεί σ’ αυτό… […]

Με ποια όπλα θα παλέψουμε μέσα στην Ευρώπη και πού θα στηριχτούμε για να διατηρήσουμε ή να προβάλουμε την εθνική μας φυσιογνωμία; […]

Η Ευρώπη δεν θα έχανε μόνο τη γραφικότητά της, θα διασπούσε προπάντων την παράδοση της πνευματοκρατίας (spiritualisme), που διέπει ολόκληρη την ιστορία της και αντιλαμβάνεται την ενότητα όχι μονιστικά, όπως ο υλισμός, αλλά πλουραλιστικά, ως σύνθεση δηλαδή ακόμη και των αντιθέτων σε ένα αρμονικό σύνολο. Είναι αδιανόητο να κολοβώσει η ίδια η Ευρώπη τις αξίες της, για να πραγματοποιήσει μιαν ισοπέδωση η οποία εξ ορισμού δεν μπορεί να γίνει παρά σε πολύ μέτριο, αν όχι στο κατώτατο επίπεδο. Ποιος το θέλει; Θα ήταν σαν να καταστρέφαμε το έργο της Ιστορίας, αντί να το ολοκληρώσουμε εξαίροντας τη δύναμη των μερών που συνθέτουν το όλον.

Πραγματικός Ευρωπαίος θα είναι αύριο όχι ο διεθνικός που κανείς δεν τον αναγνωρίζει γιατί δεν ανήκει πουθενά, αλλά όποιος, ριζωμένος στη δική του γη και θρεμμένος στις ιδιαιτερότητές της, θα συνεισφέρει ουσιαστικότερη συμβολή στη διαμόρφωση της μιας και διαφοροποιημένης συγχρόνως, της πλούσιας ευρωπαϊκής προσωπικότητας. Κοντολογής, όσο γνησιότεροι και πιο συνειδητοί Έλληνες είμαστε, τόσο πληρέστερα θα γίνουμε Ευρωπαίοι.» (σσ. 74-79)

Ας επισημάνουμε μερικά ακόμα επί μέρους στοιχεία πριν περάσουμε στον δικό του ορισμό για την πολλοίς αόριστη (αλλά όχι και απροσδιόριστη) μετρήσιμη «οργανωσιακή κουλτούρα»:

«Ο πυρετός της πολιτικής δεν ευνοεί την ανάπτυξη της κουλτούρας» (σελ. 63).

ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ – ΕΓΩ (ΣΕΛ. 52)

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ – ΕΜΕΙΣ (ΣΕΛ. 54)

«Η έξαρση της σημασίας που έχει το ανθρώπινο ρίζωμα, φωτίζει άπλετα το ρόλο που παίζουν στην ανάπτυξη της κουλτούρας, η οικογένεια, η ιδιαίτερη πατρίδα του καθενός και η γλώσσα» (σελ. 48).

ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΗ-ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ (σσ. 49 κ.ε.)

«Ο Αρχοντοχωριάτης» του Μολιέρου (σελ. 44)

Έργα Τέχνης: 1. Διάρκεια, 2. Λειτουργικότητα (σελ. 41)

Μαζική κοινωνία και μαζική κουλτούρα (σσ. 38 κ.ε.)

Και φθάνουμε σε έναν ιδιαίτερα προβληματικό όρο που ξαναβρίσκουμε στις θεωρίες και τεχνικές αφήγησης, όπως εφαρμόζεται στον δημόσιο λόγο.

Οργανωσιακή κουλτούρα (σσ.  35 κ.ε.):

«Το ιδιαίτερο κλίμα, οι συνήθειες και το πνεύμα μιας επιχείρησης ή μιας διοικητικής μονάδας, συνδέεται σήμερα με την έννοια της “οργανωσιακής κουλτούρας” (organizational culture). Οι διάφοροι τρόποι διοίκησης των συνθέτων συνόλων, είναι εκδηλώσεις της διευθυντικής κουλτούρας (management cultruere). Κοντολογής, στη λέξη κουλτούρα μπορεί να προσαρτηθεί οποιοδήποτε επίθετο. […] Ο αναγνώστης θα εκπλαγεί και όμως είναι αλήθεια: οι Αμερικανοί εθνολόγοι και κοινωνιολόγοι Alfred Louis Kroeber και Clyde Kluckhohn δημοσίευσαν το 1962 ένα ολόκληρο βιβλίο (Culture, A critical review of concepts and definitions), όπου απαρίθμησαν και ανέλυσαν 160 έννοιες και ορισμούς της κουλτούρας χωρίς να ικανοποιηθούν. […]

Ο τελικός λόγος για τον κουλτουραλισμό, την άποψη δηλαδή που υποστηρίζει πως η κουλτούρα περικλείει τα πάντα, καλύπτει όλες τις μορφές και όλες τις εκδηλώσεις της συλλογικής ζωής, και συμπυκνώνει τις τοποθετήσεις κάθε κοινωνίας στα προβλήματα που αντιμετωπίζει, πρέπει, νομίζω, να είναι τούτος: η λέξη έχασε μ’ αυτόν την πολυσημασία της, αφού η εφαρμογή της περιορίστηκε στις μεγαλύτερες ή μικρότερες κοινωνικές ομάδες, παραμερίζοντας τα άτομα∙ και έχασε τους χυμούς της και έγινε έννοια στατική, γιατί ενώ δήλωνε προπάντων (και για μας εξακολουθεί να δηλώνει) μια διαδικασία, ένα ιδεώδες κι’ έναν αναβαθμό, περιορίστηκε να σημαίνει μια κοινωνική κατάσταση μόνο, εξελιγμένη ή ανεξέλιγκτη, αδιάφορο… Ας λένε λοιπόν ό,τι θέλουν οι κοινωνιολόγοι και οι ανθρωπολόγοι για την έννοια και το περιεχόμενο της κουλτούρας, πρέπει να είμαστε ειδοποιημένοι για το σημασιολογικό τους κώδικα. Για να μην μας μπερδεύουν.» (σσ. 35-37).

Είναι σαφές πως από την ενδελεχή ανάγνωση και προσεκτική μελέτη αυτού του «εγχειριδίου» ότι η δι-υποκειμενικότητα στην αντιμέτωπιση των πολιτιστικών φαινομένων δεν περιορίζει την επιστημονική θεώρησή τους, την δυσχεραίνει όμως σημαντικά σε μετρήσιμο επίπεδο, που είναι κατ’ ανάγκην περιοριστικό, αν και μη δεσμευτικό. Ο επιστήμονας μαθηματικός-στατιστικολόγος, σε διεπιστημονική συνεργασία με τον γλωσσολόγο-φιλόλογο, τον θεατρολόγο, τον κοινωνιολόγο και τον κριτικό μπορεί να έχει έλεγχο και των στοιχείων και των μέσων (εργαλείων) που θα χρησιμοποιήσει.

 

Ανατομία ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος: ο θάνατος τής παραδοσιακής αλλά και της μοντέρνας τέχνης.

 

Σε λίγο στις Ανώτατες Σχολές Καλών Τεχνών δεν θα ζωγραφίζει πια κανείς με πινέλα, αλλά με το «ποντίκι» του ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Είναι μεγάλη η απογοήτευση σε κοινό και ειδικούς για την κατάντια της σύγχρονης Τέχνης. Ταινίες γυρίζονται, συνέδρια, στρογγυλές τράπεζες διοργανώνονται, βιβλία γράφονται πάνω στο ακανθώδες αυτό θέμα. Ας σταχυολογήσουμε μερικά:

 

Cynthia Freeland, Μα είναι αυτό τέχνη;, μετάφραση: Μάντυ Αλμπάνη, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 2006, σελ. 176

 

Για τη σύνδεση της καλλιτεχνικής δημιουργίας με την οικονομική δραστηριότητα και τη θεώρηση της καλλιτεχνικής ταυτότητας σε βιοποριστικό επάγγελμα με τον αντίστοιχο ΚΑΔ στην Εφορεία διαβάζουμε:

«Η σύγχρονη τέχνη ως επάγγελμα» (σσ. 170-172):

Αυτό που διαφοροποιεί τον σύγχρονο πολιτισμό από τους προηγούμενους είναι η ταχύτητα, σημείωνε ο Marc Bloch. Η μεταμόρφωση συμβαίνει στο διάστημα τής ίδιας γενιάς. Το ίδιο ισχύει και για το καλλιτεχνικό φαινόμενο. Όμως, στα πλαίσια της μεταμοντέρνας κατάστασης της κοινωνίας μας, αυτές οι μεταμορφώσεις δεν έχουν να κάνουν πλέον με νεωτερικές καινοτομίες, δεν έχουν συχνά, καν σχέση με νέες ιδεολογίες που αντικαθιστούν παλαιές. Στην εποχή μας το φαινόμενο τής μόδας, ένα φαινόμενο που αξίζει ίσως ν’αντιμετωπιστεί σοβαρότερα απ’ ό,τι γίνεται συνήθως, καθορίζει αυτές τις μεταμορφώσεις. Το lifestyle, λοιπόν, μαζί με το εμπόριο της τέχνης και μια σειρά αστάθμητων παραγόντων είναι υπεύθυνοι για τις εξελίξεις στη σύγχρονη τέχνη – ή πιο σωστά – για τις ραγδαίες αλλαγές. Η εναλλαγή των φυσικών προσώπων είναι κι αυτή ταχύτατη, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην κοινωνία του θεάματος. Έτσι, για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία της τέχνης, εικοσάρηδες καλλιτέχνες παρελαύνουν θριαμβευτικά από τις σελίδες των περιοδικών και των εφημερίδων ως «οι σημαντικότεροι σήμερα», για να καταβαραθρωθούν την επόμενη χρονιά και να εμφανιστούν οι επόμενοι, ακόμη νεότεροι. Το αποτέλεσμα για το κοινό των εικαστικών, αντίθετα μ’ αυτό της ποπ μουσικής, για παράδειγμα, είναι μια απόλυτη σύγχυση και αδυναμία κατανόησης…

 

Φυσικά και δεν θα παρέκαμπτε η δεινή αυτή ερευνήτρια ένα θέμα που νομίζουμε ότι κατέχουμε, είναι όμως περισσότερο συγκεχυμένο απ’ ό,τι θα προτιμούσαμε. Ορθώς η κοινωνιολόγος Cynthia Freeland επεκτείνει και διευρύνει το νοηματικό περιεχόμενου αυτού του πασίγνωστου όρου.

ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ (σελ. 163):

Χρησιμοποιώ τον όρο σουρρεαλισμός σε μια οπωσδήποτε διευρυμένη έννοια, για να περιγράψω μια αισθητική αξία στα θραύσματα, τις περίεργες συλλογές, τις απροσδόκητες αντιπαραθέσεις, μια αισθητική η οποία στοχεύει να διεγείρει εκδηλώσεις μιας ασυνήθους πραγματικότητας που έχει τις ρίζες της στην περιοχή του ερωτικού, του εξωτικού και του ασυνείδητου.

Πολλά έχουν γραφτεί για την αμφισβητούμενη έννοια της Αισθητικής. Ήδη από την εποχή του Αισχύλου, υπήρχε ο όρος «τερατείες». Πάνω σε αυτό το θέμα παραπέμπουμε στο ίδιο όπως πιο πάνω πόνημα:

ΑΝΤΙΘΕΤΕΣ  ΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ: ΩΡΑΙΟ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΩΔΕΣ (σσ. 153-155)

Πολύς λόγος γίνεται και για την «Κβαντική αλλαγή», το «ποιοτικό άλμα» ολόκληρης της Ανθρωπότητας, όπως έγραφε ο χριστιανός Δανός φιλόσοφος Σόρεν Κίρκεγκααρντ στην «Έννοια της αγωνίας» (εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 2013, σελ. 232). Η Πανανθρώπινη Συλλογική Συνειδητότητα συγκοινωνεί με το Συλλογικό Ασυνείδητο και σε στενή συνεργασία εξασφαλίζουν όχι μόνο την επιβίωση, αλλά και την εξέλιξη, την πρόοδο τού ανθρωπίνου είδους μέσα από τον Πολιτισμό.

Διαβάζουμε στο πόνημα της Cynthia Freeland, Μα είναι αυτό τέχνη; Για τη ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ (σσ. 153-154):

Η «διεύρυνση της συνείδησης» είναι συγκεκριμένος στόχος κάποιων από τους σύγχρονους καλλιτέχνες, που χρισιμοποιούν τακτικές σοκ, ή άλλων, που επικεντρώνουν σε θέματα φύλου, φυλής και σεξουαλικού προσανατολισμού.

Και άλλα θέματα θίγονται ενδελεχώς στα επόμενα κεφάλαια τού ίδιου βιβλίου:

VIRTUAL REALITY – ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ (σσ. 151-152)

ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ – ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΤΕΧΝΗ (σσ. 148-150)

Κεφάλαιο 7. ΨΗΦΙΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΔΟΝΤΑΣ (σσ. 133 κ.ε.)

Η ερμηνεία (κριτική) ως επεξήγηση (σσ. 131-132).

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ (σσ. 122 κ.ε).

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ – ΘΕΑΤΡΟ ΕΝ ΘΕΑΤΡΩ (σελ. 124)

ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΜΙΜΗΣΗ (σσ. 35-38)

«Περί ύψους» του Λογγίνου (σσ. 158 κ.ε.)

Εδώ δηλώνεται ευθαρσώς πως «Η ΤΕΧΝΗ ΑΠΟΣΚΟΠΕΙ ΣΤΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ¨» (σσ. 153 κ.ε.) και ότι για να προαχθεί η καλλιτεχνική δημιουργία απαιτείται και προϋποτίθεται όχι μόνο Αυτοσυνείδηση αλλά και Επίγνωση τού κόσμου.

Στο επόμενο βιβλίο βρίσκουμε αρκετά συμπληρωματικά στοιχεία, ψηφίδες στο μωσαϊκό τού σύγχρονου κόσμου:

Nathalie Heinrich, Το παράδειγμα της σύγχρονης Τέχνης. Δομές μιας καλλιτεχνικής επανάστασης, μετάφραση-επιμέλεια: Κωνσταντίνος Βασιλείου, εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ / θεωρία τέχνης, Αθήνα 2015, σελ. 330

 

Ενδεικτικά, παραπέμπουμε στα σχετικά κεφάλαια ή αποσπάσματα:

 

Αισθητικά όρια (σσ. 62 κ.ε.)

Υβριδοποίηση – installation (σ. 94)

Αλλογραφισμός (σσ. 100 κ.ε.)

ΚΡΙΤΙΚΗ (σσ. 167 κ.ε.)

ΑΦΗΓΗΣΗ (Σελ. 162)

Performance (σελ. 146)

Συγκείμενο (σσ. 110 κ.ε.).

Είναι σαφές πως ένα τόσο μεγάλο θέμα δεν εξαντλείται με μια ματιά στην ενδεικτική βιβλιογραφία και απαιτείται περαιτέρω επισταμένη έρευνα σε συλλογικό και σε ατομικό επίπεδο.

Συνεχίζουμε με ένα πόνημα τής ιδίας:

Nathalie Heinrich, Κοινωνιολογία της Τέχνης, μετάφραση: Πάνος Αγγελόπουλος, επιμέλεια: Κωνσταντίνος Βασιλείου, εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ / θεωρία τέχνης, Αθήνα 2014, σελ. 147.

Εδώ θα διερευνήσουμε θεωρητικούς όρους και εφαρμοσμένα (πρακτικά) πεδία όπως:

Μεσολάβηση (σελ. 84)

Curator (σελ. 76)

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ (σελ. 79)

Κοινωνιολογία τού γούστου (σελ. 65)

Η διάκριση (σελ. 66)

Καλλιτέχνης (ορισμός): σελ. 105

Αναγνώριση (σελ. 86)

Έργο, αντικείμενο, άτομο (σσ. 112-113)

Σχετικισμός (σελ. 113)

Για λόγους συντομίας, αλλά και αφηγηματικής οικονομίας διαβάζουμε τον

ΕΠΙΛΟΓΟ – ΣΥΝΟΨΗ: (σσ. 125 κ.ε.)

Σημαντικό όμως είναι να διασαφηνιστούν τα ΟΠΛΑ-ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΈΡΕΥΝΑΣ, που είναι: συνέντευξη, επιτόπια παρατήρηση (αυτοψία), πραγματική (δια ζώσης) ανάλυση των δράσεων (σελ. 126-127)

 

 

 

Μα προς τα πού κινείται η Σύγχρονη Τέχνη;

 

 

Όμως δεν μπορούμε να συζητάμε για σύνθετα φαινόμενα, όπως είναι ο Πολιτισμός και ο Τουρισμός, χωρίς να αναλογιστούμε για το παρόν, το μέλλον, τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προοπτικές τού καλλιτεχνικού φαινομένου, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την καλλιτεχνική έκφραση. Διαβάζουμε λοιπόν:

Σταύρος Τσιγκόγλου, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΕΧΝΗ, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2014, σελ. 262.

Και συγκεκριμένα εστιάζουμε τον φακό τού «επαρκούς αναγνώστη» σε θέματα όπως:
Βιντεοεγκατάσταση (Faezeh) σελ. 387

Video-artists-film (σελ. 391)

Κι επιβεβαιώνουμε τις ήδη επαληθευμένες υποψίες μας πως:

«Τα όρια μεταξύ τέχνης, κινηματογράφου, ντοκιμαντέρ, μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, θολώνουν και χάνονται. Αυτά όμως προς το παρόν.  Κανείς δεν ξέρει το ψηφιακό μέλλον. Πότε θα δοκιμάσουν οι καλλιτέχνες τη virtual reality; (σελ. 394).

Επομένως κινούμαστε ολοταχώς προς…

 

 

Υβριδικές συνδημιουργίες

 

Σχετικό το βιβλίο του Peter Burke, Πολιτισμικός υβριδισμός, μετάφραση: Ειρήνη Σταματοπούλου, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 128.

Σε αυτό διαβάζουμε:

Προσαρμογή (σσ. 85 κ.ε.): συνάντηση κι αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτισμών

«Η πολιτισμική προσαρμογή μπορεί να αναλυθεί ως μια διπλή κίνηση από-συμφραστικοποίησης (de-contextualization) και επανα-συμφραστικοποίησης (re-contextualization), με την εξαγωγή κάποιου στοιχείου από το αρχικό του περιβάλλον και την τροποποίησή του έτσι ώστε να ταιριάξει στο νέο του περιβάλλον. Η διαδικασία τής «τροπικοποίησης» (tropicalization), που θίγεται τόσο συχνά και υποστηρίζεται τόσο ακούραστα από τον βραζιλιάνο στοχαστή Gilberto Freyre σε τόσους πολλούς τομείς, από την αρχιτεκτονική έως τη μαγειρική, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας, μολονότι είναι απαραίτητο να γίνει μια διάκριση μεταξύ διαφορετικών ειδών προσαρμογής. (σελ. 86)

Ήδη από τη δεκαετία του 1990, η πολυπολιτισμικότητα και η διαπολιτισμικότητα ήταν ζητούμενο (desideratum) και σαφής προτεραιτότητα της ΕΕ.

 

 

 

 

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας

https://konstantinosbouras.gr