Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

 Bereniki_Glynatsis_2015 (7) Bereniki_Glynatsis_2015 (3) Bereniki_Glynatsis_2015 (4) Bereniki_Glynatsis_2015 (6)

Ο Έρωτας ως θεοποιημένη φυγή από τα προβλήματα και τις ευθύνες, η ανάθεση του δυσβάσταχτου υπαρξιακού φορτίου στους ώμους, του «δυνατού», του «άντρα», του «ερώντος», το λιθάρι του Σισύφου σε φίλια χέρια, σεισάχθεια, ή «μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα». Δεν παραπέμπω σε καμία οικονομική, πολιτική, κοινωνική ή άλλη πραγματικότητα. Μιλάω για τον εσωτερικό κόσμο ηρώων και κοινών θνητών και τα διαδραματιζόμενα εκεί, στο θέατρο που χωράει μόνον τους ανθρώπους που μπαίνουν στην καρδιά ή στο κορμί. Κι οι πόρτες ανοικτές, ορθάνοιχτες. Τα τείχη έχουν πέσει προ πολλού. Η υπερηφάνεια έχει πάει περίπατο μαζί με την αυτάρκεια κι η μετάθεση των ευθυνών σε ένα άλλο δυναμικότερο άτομο κοινής αποδοχής το ζητούμενο για να απολαύσουμε την ανατολίτικη ραστώνη, νωθρότητα ή οκνηρία μας. Στη «Βερενίκη» του Ρακίνα συγκρούονται δυο φύλα, δυο κόσμοι, δυο νοοτροπίες, δυο πολιτισμοί, δυο κοσμοθεωρίες. Η νοησιαρχική Ρώμη με τις αρχές της για την καθαρότητα του αίματος των απογόνων των αυτοκρατόρων της και η τρυφηλή Ανατολή που μόνον την ηδονή θηρεύει κι όλα τα άλλα είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις». Αυτή η υπερβολή, η αυτοκαταστροφική μανία στη θεοποίηση κι εξιδανίκευση του έρωτα, ενώ το σεξ είναι εύκολο, πρόχειρο και φτηνό για τους πάντες, δείχνει την αρρώστια του δυτικού πολιτισμού μας και την έλλειψη μέτρου σε υπερ-αξίες και υπο-βαθμίσεις.

Δεν έπληξα καθόλου στην παράσταση του Θέμελη Γλυνάτση. Υπήρχε αντίστιξη, ρυθμός, μέτρο, ειρωνικό σχόλιο, σαρκασμός, υπονόμευση και ταυτόχρονη λατρεία στο κλασικό κείμενο, που αναδείχτηκε χάρη στην έμμετρη μετάφραση που φιλοτέχνησε ο βραβευμένος ποιητής Στρατής Πασχάλης. Η εικαστική πραγματικότητα, η «όψις» της παράστασης με ξετρέλανε. Φωτισμοί και σκηνικά εφέ, ομίχλες, ανεμιστήρες και η χρήση του γυμνού χώρου της μεγάλης αίθουσας Δ στον πολυχώρο της Πειραιώς 260 έδωσαν την αίσθηση κινηματογραφικού στούντιο. Μόνη παραφωνία, ψείρες και μικρόφωνα που διέχεαν τον ήχο και δεν ήξερες πάντα ποιος ομιλούσε κάθε φορά. Αυτό έδινε μια επιπλέον μεταφυσική ατμόσφαιρα στην παράσταση, αθέλητη ίσως. Τελικά, αυτό που μένει από τις δεκάδες παραγωγές που βλέπει ένας επαρκής θεατρόφιλος είναι ο διαλογισμός κατά τη διάρκεια και η φιλοσοφία μετά τη λήξη του θεάματος.

 Έχω δει πολύ Ρακίνα στην Κομεντί Φρανσαίζ, γελάω συνήθως με την χτυπητή εκφορά του αλεξανδρινού στίχου, παρατηρώ τα πάθη άλλων εποχών ως γελοιογραφίες στο έρεβος της φρικιαστικής μεταβατικής εποχής μας κι εν τέλει… βιώνω την αισθητική ηδονή πλέρια, αφού φεύγω κι εγώ σε άλλα χωροχρονικά μήκη και πλάτη κι αποκαθαίρομαι έτσι από τα προβλήματα, τις εμμονές και τις προκαταλήψεις μου, λησμονώντας τα για λίγο. Αυτή είναι και η ψυχοθεραπευτική δύναμη του θεάτρου. Δια της ομοιοπαθητικής επανέρχεσαι σε μια σχεδόν δυσάρεστη κι αβάσταχτη πραγματικότητα, που σου φαίνεται μάλλον ανεκτή, αν όχι γλαφυρή, σε σχέση και σε σύγκριση με τις σκηνικές εξάρσεις, εκεί όπου όλα τα συναισθήματα μεγεθύνονται και ξεσπούν βιαίως προς τα έξω…

Θα βλέπω πάντα Ρακίνα και Κορνέιγ και Μολιέρο και Γκολντόνι και Λόπε ντε Βέγκα και Μπεν Τζόνσον, γιατί δεν με αφορούν. Κι αυτό με ξεκουράζει. Πρωτότυπη ως άποψη; Τολμηρή; Δεν νομίζω. Απλώς ειλικρινής. Κι αν δεν λέγαμε τις αλήθειες μας, γιατί θα πρέπει να μιλάμε και να γράφουμε;

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

Info από τον επίσημο διαδικτυακό τόπο του Φεστιβάλ Αθηνών http://greekfestival.gr/gr/events/view/etaireia-theatrou-dot-%E2%80%93-themelis-glunatsis-2015

 Η «μεγαλειώδης θλίψη», αιτία ευχαρίστησης για τον θεατή του Ρακίνα, βρίσκεται συμπυκνωμένη στην πλέον λιτή τραγωδία του, τη Βερενίκη (1670), που ανατέμνει το αδύνατο του έρωτα.

Όταν ο Τίτος έρχεται στη Ρώμη, για να αναλάβει την εξουσία, τον συνοδεύει η Βερενίκη, βασίλισσα της Παλαιστίνης, με την προοπτική του γάμου τους, μετά από μακρόχρονο έρωτα. Η Σύγκλητος αντιτίθεται. Οι ελπίδες του ερωτευμένου με τη Βερενίκη βασιλιά Αντιόχου αναπτερώνονται.

Τραγωδία δωματίου, ψιθύρων και ανεκπλήρωτων παθών, δομείται σε δεκαπεντασύλλαβο από τον Στρατή Πασχάλη και ενορχηστρώνεται από τον συστηματικό εκσκαφέα του ρυθμού των λέξεων και των σιωπών, αιρετικό στη σκηνική εικόνα Θέμελη Γλυνάτση.