Επικήδειος[1]

 έλληΕΜΚΕ

Στην Έλλη Έμκε

 

 

Το τέλος είναι πάντα καλό

Όταν η ζωή ήταν πλήρης

(βιβλία, τεκνοποιΐα κι αγάπη:

Συζυγική, μητρική, πατρογονική, φιλική,

συναδελφική, πανανθρώπινη…).

Η Ελλούκα μας, η λατρεμένη Έλλη Έμκε,

αγάπησε τόσο πολύ

Τον πλησίον της

Που λησμονούσε ακόμα και τον εαυτό της

Ενίοτε,

Έτοιμη να υπερασπίσει τους άλλους,

Να τους δικαιολογήσει,

Να τους γιατροπορέψει,

Να τους νουθετήσει,

Να τους αθωώσει…

Ακόμα κι όταν ουδείς συνήγορος

Πρόθυμος να αναλάβει

Το δυσχερές τούτο έργον…

Έλλη-Έλλη, μυθική και ανθρώπινη,

Αιθέρια και χωμάτινη,

Χαμογελαστή πάντα

Κι ανοικτή στον Ήλιο,

Φωτεινή.

Τι άλλο να ποθήσει κανείς;

Στην αγαπημένη σου Μονεμβασία

Με τον άντρα και το γιο σου

Λούστηκες στο Φάος το ομηρικόν

Και τώρα πατείς τη φρικτή

Λωρίδα γης

Ανάμεσα στους δύο κόσμους:

Από τη δική μας σκοτεινιά

Στο ύστατον Φως

Αναλαμβάνεις ευθυτενής

Τις δυνάμεις σου,

Έχοντας εκπληρώσει

Όλες τις γήινες υποχρεώσεις

Και με το παραπάνω.

Ήρθε η ώρα τώρα ν’ αναπαυθείς

Γλυκέ μας άγγελε.

Το χρειάζεσαι και το δικαιούσαι.

Είναι δύσκολο να πορεύεσαι

Στον δρόμο της Αρετής

Με τα αγκάθια,

Τα ίδια αυτά ασπαλάθια

Που μάτωναν τα πόδια του Ηρακλή…

Ναι, είναι άθλος να υπάρχεις

Στον πλανήτη Γαία,

Σε μια κρίσιμη εποχή,

Της μετάβασης

Προς έναν ανώτερο πολιτισμό,

Πνευματικό,

Ένθα Δικαιοσύνη, Ισότητα, Αδελφοσύνη

Θα επισκιάσουν τις δυνάμεις του Κακού,

Του Χθόνιου,

Κι οι Ερινύες θα μεταλλαχθούν

Για ακόμα μια φορά

Σε Ευμενίδες

Και το Πνεύμα, το Πνεύμα της Θέμιδος

Θα θριαμβεύσει

Πατώντας πάνω στα καύκαλα

Της Τύχης και της Ανάγκης.

Πνευματικός ο θησαυρός μας.

Είναι το μόνο που κουβαλάμε

Αντίπερα.

Το μόνο που διαρκεί

Ανέγγιχτο από το Χρόνο,

Εκείνο που δε σκουριάζει

Και δε θάβεται,

Δε ρημάζει

Και δεν εξαχνούται,

Δεν λήγει

Και δεν τρομάζει

Τα ξωτικά του Ελέους.

Κι εσύ σήμερα Έλλη,

καλή μου Ελλούκα,

Πηγαίνεις στην Άλλη Πλευρά

Πάμπλουτη,

Με τα βιβλία

Και τα πνευματικά αγαθά

Που σκόρπισες

Απλόχερα στο δρόμο σου,

Μην περιμένοντας

Άλλην ανταμοιβή,

Εκτός από το πάμφωτο

Τούτο ταξίδι

Στην Απλοχωριά,

Εκεί που συν-χωρούνται

Οι λυτρωμένοι

Από τα βάσανα της φυλακής,

Όπου είμαστε όλοι

Εγκλωβισμένοι,

Ακόμα κι οι θεοί

Που ορκίζονται

Στα τρομερά ύδατα

Της Στυγός.

Ναι, από εκεί ψηλά

Που θα μας κοιτάς

Από τούδε και εις το εξής,

Να ακτινοβολείς

Αγάπη, κατανόηση, νουθεσίες,

Για τις μικρές, αθέλητες αστοχίες μας.

Είσαι τυχερή, διότι κανείς

Από όσους σε αγαπήσαμε

Δεν έχει τίποτα να σου συχωρέσει:

Μηδέ «πλημμέλημα ακούσιόν τε και ακούσιον»

[περί του εκουσίου ουδεμία πιθανότης],

Αφού κακό ποτέ δεν έπραξες

Κι ήταν πάντα οι στοχασμοί σου

Καλόγνωμοι

Κι η διάθεσή σου συμφιλιωτική.

Ακόμα κι όταν ήσουν θύμα

Των περιστάσεων

Ή ανθρώπων αρπακτικών

Εύρισκες πάντα κάτι να πεις

Για να τους δικαιολογήσεις,

Ίσως γιατί εκείνοι, οι ταλαίπωροι,

Δεν ήταν τόσο προνομιούχοι

Όσο εσύ: να μεγαλώσουν μέσα

Στην Αγάπη

Και να την μεταδώσουν αφειδώλευτα,

Ακόμη και τώρα,

Ειδικά τώρα

Που μας συνενώνεις

Πάνω από τη σορό

Για να σου πούμε

Το τελευταίο χθόνιο «Αντίο».

Θα ξανασυναντηθούμε,

Όταν έρθει η ώρα η καλή.

Και τότε θα έχουμε άπειρο χρόνο

Για να συζητούμε,

Να αναλύουμε,

Να κατανοούμε,

Αυτά που η βιασύνη μας η συγγνωστή

Κι η καθημερινή αγωνία για την επιβίωση

Μάς στέρησαν.

Ας είσαι ευλογημένη

Και να μας θυμάσαι,

Γιατί εμείς

Δεν θα σε ξεχάσουμε,

Ποτέ.

Κωνσταντίνος Μπούρας

Αθήνα, Πρώτο Νεκροταφείο, 24/2/2016

[1] Η Έλλη Έμκε, παλαιά συνεργάτις και φίλη από το 1979, ετοιμαζόταν να μεταφράσει στα αγγλικά κάποια από τα ποιήματα του επετειακού τόμου «Τρία Άλφα μία Ήττα κι ένα Ωμέγα» που περιλαμβάνει 244 νέα ποιήματα (30 χρόνια μετά την πρώτη μου ποιητική συλλογή «Ο Πορφυρός Ήλιος του Έρωτα και του Θανάτου») και θα εκδοθεί στις αρχές του επομένου έτους από τη «Νέα Ευθύνη» του αγαπητού Γιώργου Γκέλμπεση. Ο Θάνατος την πρόλαβε. Ως έσχατο δείγμα ευγνωμοσύνης, της αφιερώνω αυτόν τον επικήδειο.