φωτόποιητή

από την Παρασκευή Μόλαρη, εκπαιδευτικό, μεταφράστρια, ερευνήτρια ιστορικό.

Ο Γιώργος Πήττας γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1956. Οι γονείς του, Μικές και Αλίκη, Έλληνες της Αλεξάνδρειας βρέθηκαν στην Κύπρο μετά την άνοδο του Αιγυπτιακού εθνικισμού και την καταστροφή της παροικίας. Πολύ λίγα χρόνια μετά, η οικογένεια έφυγε για τη Μεγάλη Βρετανία και στα μέσα της δεκαετίας του 60 καταστάλαξε στην Ελλάδα. Σπούδασε κινηματογράφο και επικοινωνία και εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Frederick. Από το 2002 κατοικεί στη γενέτειρά του. Σήμερα, προσφέρουμε στο ελληνικό και γαλλόφωνο κοινό, έξι ανέκδοτα ποιήματά του σε απόδοσή στα γαλλικά.

Georges Pittas est né à Nicosie ( Chypre ) en 1956. Ses parents, Mikes et Alice, grecs résidant à Alexandrie d ’Egypte ,se sont trouvés à Chypre après l ’ ascension du mouvement nationaliste d ’Egypte et la destruction de la communauté locale hellénique. Quelques années plus tard, la famille est partie pour le Royaume Uni et, au milieu des années ’60 , s ’ est installée en Grèce. Pittas a fait des études de cinèma et de communication et travaille à l ’ Université Frederick. Depuis 2002, il habite dans son pays natal. Aujourd ’ hui, nous présentons au public grec et francophone, six poèmes inédits de lui, traduits en français.

 Αρμονική

 Ο κάθε ένας, κουβαλάει το βάρος του ποιητή.

Όλοι , χωρίς εξαίρεση καμιά, γεννιόνται με όλων τη μνήμη με όλων των πραγμάτων τη θύμηση , την προφητεία , τη θλίψη μα και την ευφροσύνη.

Ο κάθε ένας , αλήθεια σας λέγω , το έχω δει , το έχω ζήσει  μ’ απίθανους και διαφορετικούς ανθρώπους , ο κάθε ένας έχει  μια  στιγμή που σαν χορδή από μια άλλη χορδή ταλαντώνεται  και τότε αντηχεί αίφνης για λίγο ο λόγος του, πότε παλιός και γέρων , πότε φρέσκος και δροσερός σαν την αύρα που σηκώνει το φλοίσβο τρυφερά.

Ο κάθε ένας.

Και τι είναι πια αυτός ο κάθε ένας , εσύ και εγώ σπασμένες στάμνες  , συγκολλημένα αγγεία , με τόσους επιδρομείς να έχουν πατήσει ξανά και ξανά στα κομμάτια , στα θραύσματα , κι αυτά ,  τόσο παράξενο και θαυμαστό , παρότι σκόνη πια, φέρνουν με μιας στο νου την παλιά τους μορφή , το αρχαίο τους κόκκινο, τη καμπύλη που έσπασε και κόβει το χάδι σε πληγή.

Του κάθε ενός την πληγή.

 

 

Harmonique

Chacun porte en lui le poids du poète.

Tous, sans exception aucune, naissent pourtant en eux la mémoire de tous, le souvenir de toute chose, la prophétie, le chagrin et la jubiliation.

Ayant vécu auprs d ’hommes extraordinaires et différents, c ’est en verité que je vous dis que chacun de nous a un moment où, tel une corde issue d ’ une autre, oscille faisant soudain retentir sa parole, tantôt vieille et usée, tantôt fraîche et douce, comme la brise créant un tendre bruissement de l ’eau.

Chacun.

C ’est finallement quoi ce chacun, toi et moi, des cruches cassés, des vases soudées, après tant d’envahisseurs ayant marché à plusieurs reprises sur les pièces, les débris ,lesquels, quoique rien que de boue, nous font rappeler d ’un coup ,de manière étrange et merveilleuse, leur vieille forme, leur ancienne couleur rouge, la courbe brisée coupant la caresse en plaie.

La plaie de chacun.

******

Κέραμοι και πλίνθοι ατάκτως

Να που οι πέτρες μιλούν για λογαριασμό των ανθρώπων.

Να που τα σύννεφα περιθάλπουν τα όνειρά μας.

Είναι τα κυπαρίσσια που ταξιδεύουν σε τούτον τον τόπο ή τα νέφη που κομίζουν τα κοιμισμένα όνειρα;

Δεν μπορώ άλλο να καταπιώ τα λόγια που ήθελα να πω, όμως, να που είναι

στεγνά είναι ξερά και σπάνε στα χείλη μου.

γεμίζει συλλαβές το σάλιο μου  και πυλό γεμίζει,  μα στάμνα με νερό δεν βλέπω πουθενά.

Πέτρες και λέξεις που γίνανε κεραμίδι.

Και οι βουκαμβίλιες του κήπου μοιάζουν πρόωρη μνήμη.

Λογάριασε πως αναίμακτα έφτασε ως εδώ, αλήθεια πως αγνοεί κανείς το πένθος;

Και τι είναι το πένθος αφού δεν είναι του θανάτου τι ο θάνατος είναι οριστικός;

Είναι το πένθος το κρέμασμα της ιστορίας, είναι το πένθος τα πεταμένα ρούχα στο πάτωμα, είναι το πένθος η αδυναμία μας να υπάρξουμε καλύτεροι ενώ γνωρίζουμε τον τρόπο μα προτιμούμε το θάλπος των σφαλμάτων, είναι το πένθος του ανάμεσα που μας καθιστά αόρατους σε μιαν αναμονή μέχρι να ρθεί ο θάνατος να καταλήξει τα ερωτηματικά, τι ευτυχία!

Πέτρες και λέξεις που γίνανε κεραμίδι

Να μας αγγίζει ο Θεός και συ κοιμάσαι ή σιωπάς το ίδιο είναι.

Τα θαύματα, δεν περιμένουν.

 

Tuiles et briques eparpillés

En voici les pierres parlant pour les hommes.

En voici les nuages prenant soin de nos rêves.

Seraient-ils les cyprés qui voyagent en ces lieux ou les nuages qui transportent nos rêves endormis ?

Je ne peux plus cacher les paroles que je voulais prononcer, sèches et arides, pourtant, au point de faire craquer mes lèvres.

Ma salive pleine de syllables et de boue, aucun signe de cruche en eau.

Pierres et paroles devenues tuile.

Et les bougainvilliers du jardin ressemblant à une mémoire prématurée.

Prenant en considération d ’y être arrivé sans effusion de sang, comment pourrait-on ,en effet, ignorer le deuil ?

C ’est quoi le deuil puisqu’il ne s ’ agit pas de deuil de mort celle-ci étant definitive ?

Le deuil c ’est la pandaison de l ’histoire, le deuil c ’est les vêtements jetés par terre, le deuil c ’ est notre faiblesse d ’ être meilleurs tandis que nous connaissons le moyen mais y préférons la splendeur des erreurs ; c ’ est l ’entre-deuil qui nous rend invisibles dans l ’ attente de la mort qui marquera – quel bonheur !-la fin des questions !

Pierres et paroles devenues tuile.

Au moment où Dieu nous touche, toi tu dors, c ’est pareil.

Les nuages ne peuvent pas attendre.

******

Επτά μικρά

I. (αφιερωμένο στον Βαρόνο της Ποίησης και τα βαποράκια του)

Πως μπορείς το Φως να εξωθείς τόσο αργά, τόσο επίμονα Να εξωθείς λοιπόν το Φως, στην Αγορά του Σκότους, στη νύχτα εμετικών συναλλαγών. Να καθιστάς αφιέρωμα -τάμα σχεδόν- την Προφητεία, στην εκκλησία των Φθηνών, των Λίγων, των Ανεπαρκών. Το ξέρω. Η αναπηρία σου να λειτουργείς, μετέθεσε τα πάθη σου αλλού κι αντί να Υπηρετείς το Λόγο, τάχθηκες άβουλα με τη Ντροπή. Ο Κόσμος; Δε γνωρίζει. Μα ένας Θεός, ένας κάποιος Θεός, θυμώνει όταν φιμώνουν Ποιητές.

II. Πως μπορεί ο Ποιητής να ζήσει ανάμεσα σε στίχους που λησμόνησαν τον Ποιητή τους;

III. Ελάφρυνε η Ποίηση, απέβαλλε ως περιττό το «Π» της.  Έμεινε λοιπόν η Οίηση να γιορτάζει μέρες παγκόσμιες, τιμές να δέχεται και χειροκροτήματα από τους λοβοτομητές.  Ουαί τοις ηττημμένοις.

IV. Σαν καταδυθώ Στο βυθό της έσχατης πέτρας Θα ξεδιψάσω Θα ρουφήξω την τελευταία υγρασία Που έχει απομείνει Μυστική, κρυφή, σχεδόν παράνομη Μετά από την αιώνων διαχείριση του κόσμου μου Από τους άθλιους εμπόρους.

V. Αύτανδρος καταβυθίσθηκε Στο πέλαγος των ονείρων του.

VI. Φέρων Χριστός, Άνω τελεία ο Θάνατος. Έλα κάτω Μήπως και ξημερώσει. VII. Έρπει ο Θάνατος Αιφνίδιος της νιότης μου Ζωστήρ.

Brefs au nombre de sept

(dedicassé au Baron de la Poésie et à ses complices )

 

Comment peut-on expulser la Lumière si lentement, si opiniâtrement

Expulser la Lumière dans le Marché des Ténèbres, dans la nuit des échanges émétiques .

Rendre hommage à la Prophétie – presque un ex-voto – dans l ’ église des Vulgaires, des Peu nombreux, des Insuffisants.

Je le sais.

Ton infirmité de fonctionner ,a fait déplacer tes passions ailleurs et au lieu de Servir à la Parole ,tu t ’es rangé du côté de la Honte.

L ’ univers ?

Ignorant.

Pourtant, quelque Dieu, un certain Dieu, se met en colère lorsque les poètes sont baillonnés.

 

II.

Comment le Poète peut-il vivre parmi des vers qui ont oublié leur poète ?

III.

La Poésie s ’ est allégée, elle a renvoyé son ‘ P ’ superflu.

Resta donc la ‘Oésie ’ à fêter les journées mondiales, recevant les honneurs et les applaudissemnets des chargés de la lobotomie.

Hélas pour les battus .

IV.

Plongé

Dans le fond de l ’ ultime pierre

Je me désaltérerai

J ’aspirerai la dernière humidité

Qui reste

Secrète, clandestine, presque illégale

Après des siècles de gestion de l ’ univers

Par des commerçants mesquins.

 

V.

Il s ’est coulé corps et biens

Dans le large de ses rêves.

 

VI .

 

Christ portant

La Mort point virgule.

Descends

Espérant qu ’il commence à poindre

 

VI.

 

La Mort rampe

Herpès subit de ma jeunesse.

******

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  1. Ένας

 

Τι μόνος που είναι αυτός βλέπει το Θάνατο να θριαμβεύει. Ξέρει πως μοιάζουν χαμένα όλα και μελετά στα μάτια των ηττημένων

τους ίσκιους της αγοραίας άγνοιας. Σκύβει Χωρίς να γνωρίζει αν θα ξανασηκωθεί, σκύβει να μαζέψει ένα φθινοπωρινό φύλλο, που μυρωδάτα σαπίζει στη μνήμη μιας βροχής πού κάποτε ξέπλενε τα χώματα, μα τώρα, ανίκανη κι αυτή να υπάρξει ως πρέπει, αδιάφορη κυλά, κυλά στους υπονόμους. Σκύβει. Και μ’ ένα παραπάτημα, βρίσκεται κάτω από τα σκουπίδια που μάζεψε ο χείμαρρος, σε μια γωνιά, αυτή του σπιτιού του κάπου στον κόσμο, μπορεί και σ’ αυτή που βρίσκεται αιώνες τώρα λαξευμένη από βροχές στα πόδια του πιο ψηλού βουνού. Καθώς γλιστρά. Καθώς βουτά. Καθώς χάνεται ίσως, ίσως και να προλαβαίνει να αρπάξει στο δάκρυ του, το πρώτο άστρο τ ουρανού, που μόλις τώρα άρχισε να προβάλλει πίσω από τα σύννεφα, τα σύννεφα που τρέχουν παρασυρμένα από έναν άνεμο που δεν ηχεί που δεν θροΐζει, από έναν άνεμο που δεν βογκά. Τι μόνος που είναι αυτός ο κάθε, που είναι Ένας , μέσα στον κόσμο των μαζί, μέσα στους κόκκους της ερήμου, που μια βροχή -αρκεί- για να τους κάμει λάσπη έτοιμη για να πλασθεί στο όπως είναι αρεστές στους άλλους οι μορφές -πάντα σ αυτούς τους άλλους…

 

 

Un seul

 

Qu ’est-ce qu ’il est seul

A voir la Mort triompher.

Il sait que tout semble perdu et lit dans les yeux des battus les ombres de l ’ ignorance triviale.

 

Il se penche

Sans savoir s ’il se redressera, il se penche pour cueillir la feuille automnale qui pourrit, odorante, dans la mémoire d ’ une pluie qui lavait jadis les couleurs mais actuellement incapable d’exister, comme elle le doit, coulant indiffèrente dans les égouts.

 

Il se penche.

Et d ’un faux pas, il se trouve sous les ordures ramassées par le torrent, dans un coin de son foyer quelque part dans l ’univers ; peut-être au coin qui se trouve, depuis des siècles, taillé par les pluies au pied de la plus haute montagne.

 

Glissant

Plongeant

Se perdant

Il parvient peut-être à s ’ emparer de son larme, de sa première étoile du ciel qui vient de faire son apparition derrière les nuages qui courent emportés par un vent qui ne retentit pas, qui ne froufroute pas, un vent qui ne gémit pas.

 

Qu ’est-ce qu ’il est seul

Chacun qui est un seul dans le monde en commun ,dans les grains du désert où une pluie suffit pour les rendre boue prète à se modèler selon les goûts des figures qui plaisent aux autres, toujours à ces autres…

 

 

******

 

 

  1. Αξιοθέα

 

 

 

Κύλαγε η άμμος, κύλαγε και το ποτάμι έκλεινε, έγερνε θα έλεγε κανείς,

μέσα στην έρημο. Όταν η τελευταία λαμπερή σταγόνα στέγνωσε , σα δάκρυ που σκούπισε η γη από τον οφθαλμό της, ξεπέζεψαν από τ’ άλογα και τις καμήλες, έστησαν αντίσκηνα άναψαν φωτιές και έφτιαξαν τσάι να ξεδιψάσουν. Μαύρη ήταν η νύχτα κι έπρεπε να ξεκουραστούν. Αύριο , είχαν να φέρουν άστρα και Φεγγάρι.

 

 

Vue meritée

 

Le sable coulait de même que la rivière

Se penchant, se courbant, dirait-on ,

Dans le désert.

 

Lorsque la dernière goutte brillante a sèché

telle une larme qui a balayé la terre

de son oeil

ils ont mis pied à terre

descendant des chevaux et des chameaux,

ils ont dressé leur tentes, allumé des feux

et préparé du thé pour se désaltèrer.

 

La nuit toute noire tombée

Ils devaient se reposer.

 

Le lendemain,

Ils etaient chargés

De transporter étoile et Lune.

 

 

******

 

 

 

 

 

 

 

  1. Η θάλασσα που θάρθει έρχεται.

 

 

Να είναι η βοή της λεωφόρου που με ταράζει; Να είναι πως ξέρω καλά , κατά που βρίσκεται η θάλασσα; Τα κύματα μια μέρα, θ ανέβουν, θα πνίξουν μια μέρα τους δρόμους Κι όλα τ ανώφελα ή θα χαθούν ή θα επιπλεύσουν Ανόητα καθώς είναι, χωρίς βάρος. Θα επιπλεύσουν όμοια φελλοί. Όμοια βαλίτσες γεμάτες σκέψεις ανθρώπων μικρών, δίχως το έρμα των ονείρων, δίχως οδύνη. Κι όμως, πάλι το σκέπτομαι… Μην άθελα μου περιφρονώ πράγματα που έχουν κάποια αξία για τη ζωή; Μα πάλι ρωτώ, γιατί θα πρέπει να υποταχτώ; Γιατί θα πρέπει να εννοώ ως »έτσι είναι» το πως η τύχη μας ορίζεται από τους πάσης φύσεως χλιαρούς κι ανύποπτους; Απ όλους αυτούς. Στελέχη ατσαλάκωτα μιας μηχανής ανάλγητης και καλογυαλισμένης που άλλο δεν κάνει από το να ασελγεί Στη Μνήμη του Χρόνου μας. Μα και στην Προφητεία του ταξιδιού μας Να είναι ναι λοιπόν η βοή της λεωφόρου; Ή μήπως ακούω αυτή τη θάλασσα; Αυτή! Τη θάλασσα που έρχεται…

 

 

La mer à venir approche

 

La mer à venir approche

Est-ce le brouhaha de l ’avenue qui me bouleverse ?

Est-ce car je connais bien où se trouve la mer ?

 

Un jour, les vagues monteront

feront noyer les rues

Toute chose inutile périra ou flottera

Dans sa sottise, sans poids.

 

Des lièges flotteront aussi .

 

De même ,des valises pleines de pensées de petits hommes

Sans le lest des rêves, sans affliction.

 

Et pourtant, j ’y pense à nouveau…

 

Est-ce sans le vouloir que je méprise ce qui vaut dans la vie ?

 

Et je pose à nouveau la question pourquoi dois-je m ’ y soumettre ?

 

Pourquoi dois-je entendre que ‘ c ’est comme ca ’ le fait que notre sort dépend de toute sorte de gens tièdes et ignorants ?

 

Dépendre d ’ eux.

 

Cadres non froissés d ’une machine

Impasssible et bien conservée

qui ne fait qu ’ abuser

De la Mémoire de notre Temps

De même que de la Prophétie de notre voyage

 

Serait-il donc le brouhaha de l ’avenue ?

Ou entendrais-je cette mer ?

 

Celle-ci !

La mer qui approche…

 

 

 

******