ΔΥΤΙΚΗΑΠΟΒΑΘΡΑεθνικό

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΟΥΡΑ

Οι πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ ομογάλακτων χωρών που έχουν λουστεί στα νάματα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είναι απολύτως θεμιτές, ειδικά όταν πρόκειται για το πρώτο κρατικό μας θέατρο κι όταν καλεί Γάλλους (σκηνοθέτη, δραματουργό, σκηνογράφο και φωτιστή) για να ανεβάσουν – σε συνεργασία με Έλληνες ομοτέχνους τους – έναν κορυφαίο Γάλλο θεατρικό συγγραφέα, τον Μπερνάρ-Μαρί Κολτές. Όμως το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε τις προσδοκίες, αφού θα είχαν αποδώσει καλύτερα το πνεύμα του κειμένου οι δικοί μας, εγχώριοι σκηνοθέτες (ο Νίκος Διαμαντής που είχε σκηνοθετήσει προ εικοσαετίας τον «Ρομπέρτο Τσούκο» του Κολτές και η Ρούλα Πατεράκη που είχε διδάξει τη «Μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι», προάγγελο της «Δυτικής Αποβάθρας»). Και ξεκινάμε πρώτα από το σκηνικό, που παραπέμπει μάλλον στον κλειστοφοβικό και στατικό «Τέλος του παιχνιδιού» του νομπελίστα Σάμιουελ Μπέκετ, παρά στους ανοιχτούς και ρυπαρούς ορίζοντες του Κολτές. Μια εγκαταλελειμμένη αποβάθρα σε ένα λιμάνι δεν θυμίζει σε καμία περίπτωση «προθάλαμο στο κλασικό γαλλικό θέατρο», όπως το οραματίζεται ο σκηνοθέτης Ludovic Lagarde, συναυτουργός της μάλλον βαρετής παράστασης στο Εθνικό. Ο αιρετικός Κολτές δεν θα ήθελε να έχει ουδεμίαν σχέσιν, αναφορά ή ομοιότητα με το κλασικό θέατρο (είτε γαλλικό είτε αλλόγλωσσο). Το σκηνικό που έστησε ο Antoine Vasseur ήταν τελείως από (και για άλλο) έργο. Υπόστεγο, προκυμαία κι αυτοκινητόδρομος αποδόθηκαν με δύο κυλινδρικούς τοίχους (από τον «Πύργο» του Κάφκα, ίσως) και μία οθόνη στο βάθος. Το πέρασμα που άφηναν μεταξύ τους υποτίθεται ότι έδινε κάποια προοπτική στην κίνηση, στην πραγματικότητα όμως έδειχνε τους ανθρώπους ως ακίνητες ψείρες στο μικροκύκλωμα ενός γιγαντιαίου κρανίου. Ουδεμία σχέση με «έναν τόπο-πέρασμα, έναν τόπο διακίνησης, μύησης ή απώλειας, όμοιο μ’ ένα σταυροδρόμι ή τον ντιστριμπιτέρ του αυτοκινήτου» (σύμφωνα πάντα με τον άξιο Γάλλο σκηνοθέτη). Όμως η αλλαγή της οπτικής οδηγεί σε παρ-ερμηνεία του ανοικτού ορίζοντα που κυριαρχεί στο έργο του Κολτές. Ακόμα κι ο Ρομπέρτο Τσούκο ψωνίζεται στα πάρκα κι ανεβαίνει στη στέγη των φυλακών και συνδιαλλέγεται με τον φαλλοφόρο αρχετυπικό ήλιο. Ουδεμία κλειστοφοβία στα έργα του Κολτές (εκτός από την πρόδηλη τάση φυγής από το μικροαστικό σπιτικό, που δεν πρωτοστατεί όμως). Η υπαρξιακή αγωνία των ηρώων του είναι άλλης τάξεως, δεν έχει σχέση με τη στενότητα χώρου και τον συγχρωτισμό με ανεπιθύμητους. Το αντίθετο. Η εργοβιογραφία του Κολτές καταδεικνύει την αναζήτηση του απέραντου ατελεύτητου χώρου, όπου – παρά την άπλα – ο άνθρωπος δεν βρίσκει τόπο να ακουμπήσει τα όνειρά του κι αυτοκαταστρέφεται παταγωδώς από απελπισία, αφού το ένστικτο το ερωτικό μετατρέπεται σε δύναμη θανάτου. Όταν κουρδίσεις ένα έργο σε λάθος τόνο, ό,τι και να κάνουν οι άξιοι ηθοποιοί είναι μάταιο. Φωνασκούσαν σα να έπαιζαν Κορνέιγ στην Κομεντί Φρανσαίζ, ενώ το υποφωτισμένο σκηνικό (δια «χειρός» Sébastien Michaud) παρέπεμπε στις χαμηλόφωνες παραστάσεις του Κλωντ Ρεζί, και το αποτέλεσμα ήταν τόσο πληκτικά παράταιρο και μονότονο, που ούτε καν η «κινηματογραφική» Θέμις Μπαζάκα δεν διασώθηκε στο ρόλο της λατινοαμερικάνας με το Ινδιάνικο αίμα. Ας ελπίσουμε ότι παρόμοιες ανταλλαγές και συνεργασίες θα είναι περισσότερο αποδοτικές κι ενδιαφέρουσες στο μέλλον.