Η παρακμή του Δυτικού Πολιτισμού, ομφάλιοι λώροι που δεν κόπηκαν και η έλλειψη τελετών ενηλικίωσης, γονιμολατρικών δρωμένων και η ψηφιακή φυλακή του τεχνολογικώς ανεπτυγμένου κόσμου,

%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%80%cf%81%cf%8c%cf%83%ce%ba%ce%bb%ce%b7%cf%83%ce%b7

 

 

 

Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα.

 %ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%84%ce%b9_%ce%bc%ce%b1%ce%bc%ce%b14

Παρακολουθώντας άφωνος τον αριστουργηματικό μονόλογο της Τζωρτζίνας Τζήλιου δια στόματος και σώματος Λίζης Ξανθοπούλου, ήταν σα να άκουγα παραληρήματα ψυχιατριζομένων, εγκλεισμένων υπάρξεων, φυλακισμένων στον ψηφιακό κόσμο τού τεχνολογικώς ανεπτυγμένου πολιτισμού μας, επειδή (κυρίως) δεν έχουν κόψει τον ομφάλιο λώρο με τη μητέρα τους, δεν έχουν μεγαλώσει κι ως εκ τούτου δεν έχουν ωριμάσει. Αυτά τα μικρομέγαλα κορίτσια των πενήντα Μαΐων (είτε παίρνουν ως ανύπαντρες τη σύνταξη του στρατηγού πατέρα τους είτε παρασιτούν εις βάρος της μητέρας τους είτε γίνονται αλκοολικές της εργασίας ή τοξικομανείς της προβολής του άρρωστου εγώ τους) αποτελούν μια πολυάριθμη κοινωνική ομάδα στα αστικά κέντρα της Ελλάδας στα κρίσιμα χρόνια της εσωτερικής και εξωτερικής λιτότητας κι ανάγκης για αυτογνωσία κι επανακαθορισμό ορίων. Αν κρίνω από τις συναισθηματικές αντιδράσεις και τα θυελλώδη χειροκροτήματα του κοινού, αυτό το θέμα παραείναι επίκαιρο, γιατί τώρα – με την οικονομική κρίση – το να πεθάνει η μαμά, εκτός από τον φυσιολογικό ανθρώπινο πόνο που αυτό συνεπάγεται σε όλα τα έλλογα ζωντανά, αυτό σημαίνει και περικοπή της μητρικής βοήθειας σε χρήμα-είδος-υπηρεσίες. Γιατί φαίνεται ότι στη βιαίως αστικοποιηθείσα Ελλάδα της δεκαετίας του 1960 όσες αποφάσισαν να κάνουν μοναχοπαίδια κινήθηκαν από μάλλον εγωιστικούς λόγους στο να τα κακομάθουν, να τα κανακέψουν μέχρι γελοιότητος, να τα ακρωτηριάσουν εν τέλει και να τα ευνουχίσουν. Και τα παιδιά αυτών των παιδιών είναι τα σημερινά εικοσάχρονα, έφηβοι και μετέφηβοι χωρίς καμία προοπτική να εργαστούν και να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο και στην προκοπή της Ανθρωπότητας. Τρίτη γενιά παθογένειας και νοσηρών καταστάσεων. Οι μικροαστοί του 1960 γίνονται οι μεσοαστοί του 1980, οι χαμένοι στο χρηματιστήριο του 1999, οι υποτιμημένοι, υποβαθμισμένοι συνταξιούχοι του 2010 και τα παιδιά τους υποβιβάζονται από μεσοαστοί σε μικροαστοί κι οι ελεύθεροι επαγγελματίες σε ψωμόλυσσες κι οι εργαζόμενοι σε άνεργους και οι χρόνια άνεργοι σε περιθωριακούς ή ακόμα και λούμπεν προλεταριάτο, εάν δεν γίνουν οικονομικοί μετανάστες πουλώντας τα χωράφια τους και αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για άλλους φτωχότερους και πιότερο απελπισμένους οικονομικούς μετανάστες… Ξαναγυρίσαμε δηλαδή με κυκλικό τρόπο στην Ελλάδα του 1950. Κι αν δεν γίνεται τώρα Εμφύλιος, κι αν δεν σφάζονται άνθρωποι με κονσερβοκούτια, πεθαίνουν ίσως περισσότεροι με αργές αυτοκτονίες που επινοούν ή μιμούνται…

%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%84%ce%b9_%ce%bc%ce%b1%ce%bc%ce%b16            Όλ’ αυτά εμπεριέχονται στο έργο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Γιατί μαμά;» που ερμηνεύει μοναδικά η Λίζη Ξανθοπούλου σε σκηνοθεσία Αριστοτέλης Μαγουλά, με video-art φιλοτεχνημένο από τους: Γιώργο Συμεωνίδη και Άρτεμι Σταθάκου. Μουσική σύνθεση – sound design: Νικόλας Καρίμαλης (Razastarr).

Σε μία κατηγόρια που απευθύνει στη μαμά της διαπιστώνει ότι διδάχτηκε από αυτήν μόνο το Καλό και δεν μπορεί τώρα, είναι απροετοίμαστη κι ανέτοιμη, άοπλη απέναντι στο Κακό. Πόσο αληθινό. Δεν υπάρχουν επί γης εξαϋλωμένοι άγγελοι. Ο πλανήτης Γαία δεν είναι Εδέμ. Η ζωή που ζούμε άλλοτε μοιάζει μα παράδεισο κι άλλοτε με κόλαση. Οι «πρωτόγονοι» προ-τεχνολογικοί λαοί είχαν τις τελετές ενηλικίωσής τους, γονιμολατρικές τελετές, εκστατικές ιερουργίες και καρναβάλια, αρχετυπικό θέατρο σκιών και οργιαστικό, βακχικό διονυσιακό θέατρο, όπου το σώμα συναιρούσε το Φως και το Σκοτάδι (εσωτερικό κι εξωτερικό). Αλλά βέβαια, τότε δεν είχε χωριστεί ακόμα η ψυχή από το σώμα και το πνεύμα ήταν παντού μέσα στα φαινόμενα, ως εκδηλωμένη θεότητα. Τώρα πληρώνουμε αυτή τη σχιζοφρένεια. Το Σχίσμα των εκκλησιών για το filioque ήταν στην ουσία διαζύγιο Ανατολής και Δύσης, ολιστικής αντιμετώπισης του ανθρώπου και παράνοιας. Σήμερα, ο «δυτικός» άνθρωπος καταφεύγει στη Χημεία για να αντέξει την καθημερινότητά του. Η σύγχρονη Ιατρική είναι παυσίπονος και παυσίλυπος, λες και δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για αυτά τα ανθρώπινα αισθήματα-συναισθήματα-βιώματα. Η ανάγκη να είμαστε συνεχώς “up”, στα πάνω μας, λειτουργικοί κι αποτελεσματικοί, σκοτώνει κι ακρωτηριάζει το ανθρώπινο είδος, φτιάχνοντας στρατιές δυστυχισμένων, εξανδραποδισμένων όντων, που θα διαιωνίσουν την σκλαβιά τους και θα διδάξουν την αν-Ελευθερία σε τέκνα κι εγγόνια τους. Η Ελληνική Σκέψη είναι διαχρονική και παγκόσμια, στη ρίζα του Ελληνορωμαϊκού-Χριστιανικού Δυτικού Πολιτισμού μας. Κι είχε ως μέτρο τον άνθρωπο. Από την Βιομηχανική Επανάσταση και μετά το μέτρο χάθηκε. Ακόμα κι ο σκοταδιστικός, θεοκρατικός Μεσαίωνας είχε περισσότερο ανθρώπινο από τις μηχανές τού χθες και τα ρομπότ τού αύριο. Το ανθρώπινο είδος οδεύει στην αυτοκαταστροφή του. Κυκλικώ τω τρόπω. Σε κυκλικό χρόνο, σε τακτές περιόδους, του μεγάλου ενιαυτού (Κατά τους αρχαίους αστρονόμους), ο Καταστροφέας Σίβα προετοιμάζει το έργο του ανα-Δημιουργού. Κι αυτό είναι κάτι που λησμονήσαμε με τις μονοθεϊστικές θρησκείες και τον παντογνώστη, πανάγαθο κι ελεήμονα θεό. Η Γη ίσως είναι σχολείο, σύμφωνα με τις κυριαρχούσες κι ανατέλλουσες θεωρίες της Νέας Εποχής. Κι ίσως έτσι να εξηγούνται, οι δοκιμασίες, οι ασκήσεις, τα μαρτύρια για ορισμένους… Μέχρι να πάρεις το απολυτήριο της οριστικής αποφοίτησης από τον πλανήτη Γαία.

Όλ’ αυτά θα βρείτε ως προβληματισμούς και υλικό για σκέψη στο υπόστρωμα του ενδιαφέροντος κειμένου της Τζωρτζίνας Τζήλιου με τίτλο «Γιατί μαμά;» που θυμίζει το άσμα «Μαμά γερνάω» δια στόματος  μιας άλλης θεατρικής ύπαρξης, της Τάνιας Τσανακλίδου, μερικές δεκαετίες πριν.

Εξαιρετική η Λίζυ Ξανθοπούλου στο ρόλο. Θα την πρότεινα για βραβείο υποκριτικής, αν δεν αγνοούσε τόσο επιδεικτικά το «παράδοξο του Diderot», αν έπαιζε πιο ψυχρά κι αποστασιοποιημένα, αν δεν πλημμύριζε σκηνή και κερκίδες με τόσο δάκρυ, τόσο σπαραγμό, τόσες κραυγές, αναίτιες εν τέλει. Την έσωσε το διαδραστικό στοιχείο από την stand-up comedy που έβαλε κάποια στιγμή ο σκηνοθέτης Αριστοτέλης Μαγουλάς κι απέδωσε έξοχα η πρωταγωνίστρια.
Κατά τα άλλα, όλα καλά και …θλιβερά. Είναι να λυπάσαι με την κατάντια της μητρότητας, με τα μικρομέγαλα νήπια που περιφέρονται γύρω μας κι επηρεάζουν την ήδη επιβαρυμένη περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Ο άνθρωπος είναι (ακόμα) μιμητικό ον. Από αυτό καταστρέφεται κι από αυτό σώζεται. Αμήν.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr