Από τον θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

anestis_azas_2015 (2)

Οι σύγχρονες διαδραστικές μορφές θεατρικής έκφρασης έχουν πολλά στοιχεία από το agit-prop (agitatia-propaganda), αφού οι εμψυχωτές αυτών των περισσότερο ή λιγότερο αυτοσχεδιαστικών θεαμάτων χρησιμοποιούν τη σκηνή (όχι απαραίτητα σε αμιγώς θεατρικούς χώρους) προκειμένου να εκφράσουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις ή να προκαλέσουν μιαν επιθυμητή αντίδραση, ευαισθητοποιώντας το κοινό πάνω σε ένα θέμα μείζονος ή ήσσονος σημασίας, επιχειρώντας να αποσπάσουν τη συμμετοχή, τη συμπαράσταση ή απλώς τη συγκατάβασή του. Αυτή η λειτουργικότητα του θεάτρου ως όπλου κι εργαλείου στη διαμόρφωση ή χειραγώγηση της Κοινής Γνώμης είναι γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων (τόσο σε δημοκρατικά πολιτεύματα όσο και σε τυραννικά καθεστώτα).

Η λογοτεχνία και η θεατρική τέχνη στην υπηρεσία ιδεολογημάτων, θεωριών, κινήσεων και κινημάτων. Στην προκειμένη περίπτωση του Ανέστη Αζά και της «Υπόθεσης Φαρμακονήσι» πρυτανεύει το ανθρωπιστικό αξίωμα ότι όλοι είμαστε άνθρωποι (τέκνα του ιδίου θεού – ακόμα κι οι αλλόθρησκοι κι αλλόφυλοι), ότι τα σύνορα δεν είναι ικανό εμπόδιο για να αναχαιτίσουν την ανάγκη των τυραγνισμένων ή καταπιεσμένων λαών για μετανάστευση κι ότι δεν υπάρχουν «λαθρομετανάστες», αφού «κανένας άνθρωπος δεν είναι λαθραίος», σύμφωνα με το λαοφιλές σύνθημα.

Στα πλαίσια αυτής της ανθρωπιστικής διαχείρισης των οικονομικών μεταναστών ή αυτών που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους διωγμένοι από τους πολέμους κι εχθρούς αιμοβόρους ή αδίστακτους, δεν εξετάζονται θέματα υγιούς απορρόφησης από τις κοινωνίες υποδοχής, δεν εξετάζονται θέματα Υγιεινής, ή άλλα πιο ευαίσθητα και πολύπλοκα θέματα θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, ρατσισμού, ξενοφοβίας, αλλοίωσης των πατροπαράδοτων ηθών και εθίμων και λοιπά.

Ο κυνηγημένος μετανάστης είναι είδος υπό προστασίαν κι εξαφάνισιν κι οι πάντες οφείλουν να παρακάμψουν τη δική τους οικονομική ή θεσμική κρίση και να αφιερωθούν στον καλόν αγώνα για να του κάνουν τη ζωή του ανεκτή στον «παράδεισο» στον οποίο κατέφυγε για να ξεφύγει από τα οικεία κακά.

Οι Έλληνες, ως έχοντες μακράν εμπειρία μεταναστεύσεως (αναγκαστικής ή οικειοθελούς) από αρχαιοτάτων χρόνων, κατέφευγαν συχνά στην (αυτό-)εξορία, πάλευαν με αντίξοες συνθήκες και διέπρεπαν στην αλλοδαπή ή εξαφανίζονταν. Από την πρόσφατη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Εμφύλιο και τη Χούντα, έχουν συμβεί ανταλλαγές, μετακινήσεις πληθυσμών κι αναγκαστικές επιμειξίες ή αναμείξεις, έτσι που κάθε φορά – μετά τον αρχικό κλυδωνισμό – η Ελληνική Κοινωνία εμπλουτίζεται με νέα δημιουργικά στοιχεία κι ο πολιτισμός εξελίσσεται κι οι προκλήσεις μεταλλάσσονται σε ευκαιρίες (παρά τα προβλήματα).

Άρα, θα πρέπει να εστιάσουμε στη θετική πλευρά του δυσχερούς αυτού φαινομένου και να προσπαθήσουμε (ως κοινωνία, ως κράτος, ως πολίτες) να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να αντιδράσουμε με τον καλύτερο ανθρωπιστικό και θεάρεστο τρόπο. Η ανοχή στο διαφορετικό είναι βασική αρχή της παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας που βιώνουμε εκόντες-άκοντες. Επομένως δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ειρηνική αφομοίωση των επερχομένων ικετών (ακόμα κι όταν αυτοί υπερβαίνουν αριθμητικώς τις αντοχές και τις ανοχές μας). Πρόκειται για έναν ιδιότυπο «πόλεμο», όπου κρίνονται και οι δυνατοί και οι αδύναμοι και πολλές φορές οι νικητές είναι νικημένοι και τ’ ανάπαλιν.

Αυτά τα ερωτήματα κι οι προβληματισμοί αναδύονται από τη στρατευμένη παράσταση στο Θέατρο Τέχνης της Φρυνίχου στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, όπου καταγγέλλεται εμμέσως πλην σαφώς το επίσημο κράτος και η ελληνική Δικαιοσύνη για μεροληψία υπέρ των δημοσίων λειτουργών και κατά των αναξιοπαθούντων θυμάτων. Ήδη από τον πρόλογο του θεατρικού έργου επισημαίνεται η ανάγκη δράσης και διάδρασης με την αληθή πραγματικότητα, πέρα από κάθε σκηνική μυθοπλασία ή τάση φυγής. Αυτό το πολιτικό θέατρο αφυπνίζει τον θεατή, τον αναστατώνει, τον ξεβολεύει, τον θέτει προ των ευθυνών του. Απορώ πώς δεν υπήρχαν και ψηφίσματα προς υπογραφήν στην έξοδο.

Αναρωτιέμαι μήπως το Φεστιβάλ Αθηνών θα μπορούσε να προβεί σε περισσότερο τολμηρές κοινωνικές και πολιτικές παρεμβάσεις, σε συνεργασία με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και Ομάδες Πρωτοβουλίας.

Η θεατρική τέχνη και το θεατρικό φαινόμενο μεταλλάσσεται σε κρίσιμους καιρούς και απαιτεί (στα πλαίσια των δημοκρατικών κοινωνιών) ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή στη διαμόρφωση του καθημερινού «γίγνεσθαι» και της «περιρρέουσας ατμόσφαιρας». Αυτή άλλωστε είναι και η δουλειά των τεχνιτών του Διονύσου: να μεταδίδουν τη μανία του Βάκχου και να ταράζουν κατεστημένα, προκαταλήψεις και προκατασκευασμένες ιδέες. Κι όποιος αντέξει, ας παραμείνει νηφάλιος μέσα στην καταστροφή, σαν τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, που τη δέρνουν καταιγίδες στην επιφάνεια, αλλά είναι ήρεμη στο βάθος και στωική, δοτική, φιλοσοφημένη.

Η αποστασιοποίηση είναι ένα σημαντικό θεατρικό όπλο κι εργαλείο στη διαμόρφωση της Κοινής Γνώμης. Το κοινό που παρακολουθεί αυτά τα θεάματα είναι μυημένο και κανενός άθυρμα. Ο καθείς σχηματίζει τη δική του άποψη, που είναι καθ’ όλα σεβαστή. Η δουλειά του θεατρανθρώπου είναι να εκθέτει τα προβλήματα και να θέτει τα ερωτήματα. Οι απαντήσεις θα έρθουν μόνες τους, από το Χρόνο και την Ιστορία. Κι ο καθένας θα χρεωθεί το βάρος των επιλογών ή των αστοχιών του. Η ιεραποστολική αγιοποίηση των κατατρεγμένων είναι μόνον η μία πλευρά του νομίσματος. Ο ανώνυμος ψυχολόγος που «μιλάει» δια των ηθοποιών στην «παράσταση» θέτει το θέμα της ενοχοποίησης των από θέσεως ισχύος για να αποφευχθεί η αυτοκριτική και η ανάληψη των ευθυνών από τον δρώντα. Αυτά για την ώρα. Μια σημαντική δουλειά που γεννάει γόνιμους διαλόγους. Μακάρι να υπάρξουν κι άλλες παρόμοιες στο μέλλον.

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr