Ο Μητσάρας κατέβασε το τζάμι και την διέταξε. «Έμπα, μωρή. Πού πας με τα πόδια;» και χαμογέλασε επιδεικνύοντας τα χρυσά δόντια του. Η σαλεμένη Εύα νοιώθοντας έντονη αποστροφή και ναυτία επιτάχυνε το βήμα της και δεν γύρισε ούτε να τον κοιτάξει. Ο βίαιος αρραβωνιάρης της βγήκε από το αυτοκίνητό κι έτρεξε ξοπίσω της. Την έπιασε από το μπράτσο και την ανάγκασε να γυρίσει απότομα το πρόσωπό της προς τη μεριά του. -«Παράτα με, τομάρι» και του...