Γιαρντίμ

Το μυθιστόρημα  του Χρήστου Ναούμ Γιαρντίμ, Οι φλόγες της Ανατολής, των εκδόσεων  «Καστανιώτη», αποτελείται από 498 σελίδες και 16 ενότητες. «Κισμέτ», «Γάμοι και χαρές», «Περίεργα ατυχήματα και συμπτώσεις», «Ενέδρα», «Τεμενάδες», «Μια χρυσή καρφίτσα», «Μάλλον αυτός», «Καμπάνες πένθους», «Σενί σεβίγιορουμ», «Τι είναι ο πόλεμος», «Πε-ταλούδες χωρίς φτερά», «Η ζωή παραμονεύει», «Πεπρωμένο», «Καλή Αντάμωση», «Είκοσι δύο», «Επίλογος». Ακολουθεί η βιβλιογραφία.

Είναι αφιερωμένο στη γιαγιά του, και στις γιαγιάδες όλου του κόσμου. Το μυθιστόρημα είναι  μυθοποίηση ιστορικού γεγονότος. Ιωνία  τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα. Σμύρνη: Προξενεία, το Θέατρο,  ζαχαροπλαστεία, όπως «Κραίμερ» και «Φωτιάδη», μπυ-ραρίες, όπως «Αλάμπρα» και «Κλωναρίδη», Λέσχη των Κυνηγών, πολυκατάστημα του Ξε-νόπουλου, ξενοδοχεία «Κραίμερ» και «Λόντρα», Σχολή Μπάξερ,  Κε (=παραλία της Σμύρ-νης), στρατώνας, Αγία Φωτεινή,  Αϊ-Γιάννης, Αϊ-Βούκλας,  Αϊ-Γιώργης, Φετιχέ Τζαμί, πορ-νεία στο Ντεμίρ Γιολού.

Μωσαϊκό λαών και πολιτισμών: Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, Αρμένιοι, Φράγκοι, Κούρδοι. Η θρησκεία και η φυλή καθόριζε τον χώρο κατοικίας τους, τις σχέσεις τους και την ιατρική φροντίδα: τουρκομαχαλάδες, φραγκομαχαλάς, αρμένικος μαχαλάς, και, οι δύο παμπάλαιες ελληνικές συνοικίες της Σμύρνης, του Αϊ-Γιάννη και του Αϊ-Βουκόλου (Αϊ-Βούκλα), οι Ρωμιοί παντρεύονταν τις δικές τους γυναίκες, το ίδιο οι Τούρκοι, οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι,  ενώ  δέχονταν  ιατρική φροντίδα στο ελληνικό, τούρκικο και  γαλλικό νοσοκομείο.

Βουρλά: Μια ήσυχη πόλη χτισμένη ανάμεσα στους λόφους με 40.000 Ρωμιούς.  «Οι  έγνοιες των ανθρώπων της αφορούσαν τις σοδιές και τα γεννήματα της γης. Η ζωή κυλούσε χωρίς τις πολυτέλειες και τις ανέσεις της Σμύρνης με τον κοσμοπολίτικο αέρα». Ανα-ξαγόρειος Σχολή,  εκκλησία Αϊ-Γιώργη του Καλού,  Αϊ- Χαραλάμπη,  Σπιτάλια, παλιές αγορές  Απάνου Λότζα, Κάτου Λότζα,  Φαρδύ Σοκκάκι, ο κεντρικός δρόμος των Βουρλών, που έφτανε από τη Σκάλα, Γιαλού Μαχαλάς,  μαχαλάς Μπαμπατζάνη, λοφοσειρά Γιακά, Ιερό Νοσοκομείο Βρυούλων και, στον ανατολικό τομέα, ο  τουρκομαχαλάς.

Οι ετερόθρησκες κοινότητες ζούσαν ειρηνικά: «Θα σου χτίσω το καλύβι, κι ας πιστεύω στον εδικό μου θεό», λέει ο Αρμένης λέει στη γριά Χουσνού. Είχαν αναπτύξει σύστημα αλ-ληλλεγγύης και υποστήριξης: το γαλλικό και το γραικικό  νοσοκομείο της Σμύρνης εφοδία-ζαν με φαρμακευτικό υλικό το τούρκικο νοσοκομείο,  οι εύπορες τάξεις Ρωμιών και Αρμε-νίων έστελναν είδη και πρόσφεραν χρήματα για φτωχούς.  «Η Σμύρνη σαν κοσμοπολίτισσα αρχόντισσα βοηθούσε γενναιόδωρα όλα τα άρρωστα κι αδύναμα παιδιά της και τους παρα-σκεκότανε». Σέβονταν τη θρησκεία τού άλλου: οι χριστιανοί μετέφεραν το χοιρινό  κρέας τυλισμένο «για να μη θίγεται το θρησκευτικό αίσθημα των μουσουλμάνων κατοίκων της Σμύρνης», ο Κερίμ είχε πάρει αρχές από το σπίτι να σέβεται τα άλλα μιλέτια και δη το χριστιανισμό, ο γερο-Βάζος δεν άλλαξε θρήσκευμα του ψυχογιού του Μετίν.

Τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι τα μέλη μιας εύπορης ελληνικής οικογένειας: η Σόφαινα, ο αδελφός της ο παπα-Θεόφιλος, οι κόρες της Λέλα και Κακουλή,  ο Βασιλάκης Ιντζέογλου, σύζυγος της Λέλας, υπάλληλος στο Ελληνικό Προξενείο  της Σμύρνης, ο Γιωρ-γανάκης Βάζος από τα Βουρλά, σταφιδοπαραγωγός και έμπορος, σύζυγος της Κακουλής,  ο Παρασκευάς Βάζος, αδελφός του Γιωργανάκη, απόφοιτος της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρ-νης. Την οικογένεια περιβάλλουν η Ριρίκα, σύζυγος του συμβολαιογράφου Κεσμενλή, φίλη της Λέλας, ο Κερίμ, τούρκος γιατρός,  μεγάλος έρωτας της Λέλας, η Αγγελικώ, τρόφιμη πορ-νείου, μετέπειτα σύζυγος Παρασκευά, ο Μετίν, ψυχογιός του γερο-Βάζου, η χήρα Γιλντίζ πεθερά του Μετίν.

Μέσα σε κλίμα αβεβαιότητας οι ήρωες γεύονται τις χαρές της οικογενειακής και κοινω-νικής ζωής: γάμους, γεννητούρια, δεξιώσεις, παραστάσεις θεάτρου, λουτρά, εκδρομές, γεύ-σεις σε  τεϊοποτεία και μπυραρίες,  εκδρομές, αυξάνουν το βιος τους και  προσπαθούν να ικα-νοποιήσουν τα πάθη τους χωρίς να επισύρουν ενοχή. Σταδιακά, λόγω ιστορικών γεγονότων,  η αβεβαιότητα μεγαλώνει, το κλίμα της ειρηνικής συνύπαρξης κλωνίζεται, «ανάμεσά τους τρύπωσαν ιδέες, εθνικισμοί και θρησκείες κάνοντας τα όριά τους διακριτά», και οι ήρωες υφίστανται  τις συνέπειες.  Ο θάνατος σημαδεύει τη Λέλα, που χάνει τον σύζυγο της και το  παιδί τους, όταν το πλοίο που τους μετέφερε στην Ελλάδα χτυπήθηκε από γερμανική τορπίλη και βυθίστηκε,  χάνει τον έρωτά της, τον Κερίμ και το παιδί που είχαν αποκτήσει, μέσα στην αναταραχή στην προκυμαία της Σμύρνης, την  Κακουλή που χάνει το μικρότερο παιδί της στην προκυμαία της Σμύρνης, καθώς εναγωνίως ψάχνει μέσο διαφυγής στην απέναντι όχθη. Η Σόφαινα και ο παπα-Θεόφιλος δολοφονούνται από εξοργισμένους Τούρκους στη Σμύρνη. Ο Παρασκευάς αναγκάζεται να εγκαταλείψει τα Βουρλά και να καταφύγει στην Ελλάδα όταν, ύστερα από διαπληκτισμό με τον μουαζίρη γείτονά τους για τα σύνορα της περιουσίας τους, σήκωσε το όπλο και τον στόχευσε.  Αργότερα αυτοκτονεί  καθώς έχει βιώσει  τη διά-ψευση του ονείρου της Μεγάλης  Ιδέας. Η οικογένεια, ύστερα από μεγάλη ταλαιπωρία,  φτά-νει κουτσουρεμένη  στην Αθήνα μόνο με τις αναμνήσεις  και με το κάδρο του Παρασκευά, λοιδωρούμενη από τους ντόπιους:  «Σφήγκες, πρόσφυγκες, ξεφώνιζαν κι έσκυβαν ν’ αρπά-ξουν τα κοτρώνια». Βρίσκει καταφύγιο σε μια παράγκα με στέγη από πισόχαρτο,  τρώγοντας «χαρουπάλευρο κι αλεσμένο πατατόφλουδο» με τον πόνο της χαμένης πατρίδας: «Αχ,  χα-μένη πατρίδα, παντοτινός καημός!».

Στο ιστορικό αυτό μυθιστόρημα ο συγγραφέας, πίσω από την προσωπική ιστορία των η-ρώων, μεταπλάθει, με περίτεχνο τρόπο, την πικρή ιστορία του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, στις αρχές του 20ού αιώνα και εξυφαίνει τις οδύνες και τα πάθη του, τον ξεριζωμό, και  τη προσφυγιά. «Του ελληνισμού που ζούσε τρεις χιλιάδες χρόνια στην Ιωνία, που κι αν άλλοι το ξεχνούν, υπάρχουν τα γραπτά του Ομήρου, του Αναξιμένη, του Θαλή του Μιλήσιου και άλλων να τους το υπενθυμίζουν». Οι εικόνες στην προκυμαία της Σμύρνης και οι συνθήκες ζωής στους προσφυγικούς καταυλισμούς, στην Ελλάδα, είναι συγκλονιστικές, ενώ διάχυτη η ειρωνεία του συγγραφέα για τη Μεγάλη Ιδέα, η οργή και αγανάκτησή του για τις αποφάσεις και τους χειρισμούς των ελληνικών κυβερνήσεων και του Στεργιάδη.

Όμως, στο χαλασμό και την οδύνη, ο Χρήστος Ναούμ αντιπαραθέτει το θαύμα της ζωής, που λειτουργεί ως αντίδοτο: «Μες στην οδύνη και την καταστροφή, ανασταινόταν η ρωμιο-σύνη· ύφαινε όνειρα, σκαρφιζόταν ψέματα, υποσχόταν νέα τάξη πραγμάτων», «Η ζωή, κό-ντρα στις αντιξοότητες, ακόνιζε τα νύχια της. Στην αναμέτρηση, έδειχνε τη δύναμή της κι α-παιτούσε σεβασμό. Το θαύμα αναδυόταν μέσ’ από την καταστροφή», και καταλήγει: «Η ζωή γιόρταζε τη νίκη της».

Η ετεροδιηγητική αυτή αφήγηση προσδίδει αντικειμενικότητα και προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Στον επίλογο όμως δίδει τη θέση της στην ομοδιηγητική αφήγηση αποκα-λύπτοντας τα πλούσια συναισθήματα του συγγραφέα για την ετοιμοθάνατη γιαγιά του στην οποία,  όπως φαίνεται, οφείλει το υλικό του μυθιστορήματος.

Ως προς τον χρόνο  της η αφήγηση είναι μεταγενέστερη. Ο συγγραφέας συχνά χρησιμοποιεί την αναδρομική αφήγηση, διακόπτει δηλ. την κανονική σειρά των συμβάντων για να εξι-στορηθούν γεγονότα του παρελθόντος. Έτσι για παράδειγμα η συνομιλία της γριάς Χουσνού και του Αρμένη διακόπτεται για να του αφηγηθεί την προτέρα ζωής της που την είχε οδη-γήσει στην κατάσταση που βρισκόταν. Με την αναδρομική αφήγηση  γίνονται γνωστά στον αναγνώστη το παρελθόν της Αλόισκας, του Μετίν, της Αγγελικώς, και η περιπέτεια του Πα-ρασκευά, από την άφιξή του στον Πειραιά έως την επιστροφή του στο σπίτι του, στα Βουρλά.

Οι αφηγηματικοί τρόποι του μυθιστορήματος ποικίλλουν: αφήγηση, περιγραφή, με την ο-ποία ο συγγραφέας παρουσιάζει χώρους, τοποθεσίες και πρόσωπα, επιτρέποντας στον α-ναγνώστη να σχηματίσει στη σκέψη του τις ανάλογες εικόνες (όπως για παράδειγμα οι πε-ριγραφές της Αλόισκας,  σελ. 76,  της Λέλας, σελ.135,  του Κερίμ, σελ. 202, του αρχοντικού στη Μπελαβίστα, σελ. 358),  διάλογος, προκειμένου να αναπαραστήσει ο συγγραφέας, με τον πλέον άμεσο τρόπο, τα γεγονότα και να προσδώσει ζωντάνια στην αφήγηση, και, μερικές φο-ρές εσωτερικός μονόλογος, με τον οποίο αποδίδεται παραστατικότερα η συναισθηματική κα-τάσταση των προσώπων, όπως στις σελίδες 192, 245, 392, 449. Οι διάλογοι των προσώπων είναι γραμμένοι στη διάλεκτο της εποχής, ενώ οι υποσέλιδες σημειώσεις μεταφέρουν τις ιδιωματικές εκφράσεις στη σύγχρονη ελληνική λαλιά. Η προώθηση του μύθου συντελείται με διάφορα στοιχεία πλοκής: Το πρώτο εμφανές στοιχείο πλοκής είναι η παρουσία του Μετίν.

Η διήγηση είναι αληθοφανής, αποδίδεται με δόσεις πικρού σαρκασμού, ως αντίδοτο του άκοπου συναισθηματισμού: Η Χουσνού «δεν ανέφερε τον θάνατο της μοναδικής φίλης της στους φρουρούς. Για μέρες εξακολουθούσε να τρώει και το δικό της ξεροκόμματο πίνοντας και το νερό της», ενώ, ύστερα από την αποφυλάκισή της, καθώς συνάντησε μια γυναίκα που θρηνούσε πάνω από τη νεκρή κόρη της, ξεντύνει τη νεκρή για να αποκτήσει τα ρούχα της  «Αντα-πέδωσε τα χτυπήματα και τις δαγκωματιές καταφέρνοντας στο τέλος ν’ αποκτήσει έστω και μισοσκισμένο το ρούχο». Η μητέρα της Αλόισκας  την εξέδιδε  για να αποκτήσει χρήματα: «Δε θα ξεχάσει εκείνο το βράδυ: Η ίδια η μάνα της τής βάσταζε τα χέρια, ενώ ο Τσέρκος ικανοποιούντανε με τον πισινό της. Θα ’ταν δε θα’ ταν στα οκτώ». Η Λέλα βιάζεται από Τούρκους πάνω στην Αγία Τράπεζα:«Δεν περίμενε τον αντίλογό της, την έσυρε στο Ιερό. Με αποφασιστικές κινήσεις την τράβηξε μέσα. Τον βοήθησε κι ένας σύντροφος του στο ανίερο έργο. Αφού έσπρωξαν τα ιερά σκεύη καταγής κι έκαμαν τόπο, την ανέβασαν πάνω στην Αγία Τράπεζα.Της κομμάτιασαν τα ρούχα. Την άφησαν γυμνή κάτω από τον Πα-ντοκράτορα. Εκείνος ο ρυπαρός με τα πληγιασμένα χέρια ξεκούμπωσε το παντελόνι του κι αδιάντροπα έπεσε πάνω της. Το σώμα της τιναζόταν πάνω κάτω τρέμοντας από τον φόβο»,  «Ακρωτηριασμένοι στρατιώτες, νεκρά άλογα, κουρελιασμένες σημαίες και λάβαρα γίνονταν μακάβριοι πίνακες, θλιβεροί. Αποτροπιασμός σε όλο του το μεγαλείο!».

Οι χαρακτήρες των ηρώων του μυθιστορήματος δεν είναι στατικοί αλλά εξελίσσονται, στροβιλίζονται στη δίνη των παθών τους, συγκρούονται. Έτσι για παράδειγμα η Λέλα, που ενδιαφερόταν μόνο για «βίζιτες, σουαρέδες και επισκεπτότανε το μποντέ», έρχεται σε σύγ-κρουση με κανόνες που οριοθετούσαν τους ανθρώπους, ο Παρασκευάς από «καλομαθη-μένος και γλεντζές» γίνεται υπηρέτης της Μεγάλης Ιδέας, η Αγγελικώ από τρόφιμος πορ-νείου γίνεται πρότυπο συζύζου και μητέρας.

Μέσα από το βιβλίο, με σύντομες αναφορές,  περνούν εικόνες της ιστορίας, σύντομα και πε-ριεκτικά. Το κίνημα των Νεοτούρκων, τα Τάγματα Εργασίας, η εθνοκάθαρση, η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, η δολοφονία του Βασιλιά Γεωργίου Α΄, ο εκλογικός θρίαμβος του Βενι-ζέλου στις εκλογές του 1915, ο Εθνικός Διχασμός, ο αποκλεισμός του Πειραιά, το Κίνημα του 1916 και  η Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, η συμμετοχή της Ελλάδας στον Πρώτο Πα-γκόσμιο Πόλεμο, η Ανακωχή του Μούδρου, η Συνθήκη των Σεβρών, η παρουσία των βρετα-νικών δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, η Μικρασιατική Εκστρατεία, ο Ύπατος Αρμοστής  Στεργιάδης, το εθνικό κίνημα του Κεμάλ,  η  ήττα  του ελληνικού στρατού στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και η άτακτη υποχώρησή του, η πυρπόληση της Σμύρνης, ο θάνατος του Μη-τροπολίτη Χρυσοστόμου,  ο ξεριζωμός, το Κίνημα της Χίου και Μυτιλήνης, η αποπομπή του Βασιλιά Κωνσταντίνου και η καταδίκη των έξι. Ακόμη ο ρόλος των Γερμανών στην εθνοκά-θαρση, και η εχθική στάση των Ιταλών απέναντι στους Έλληνες ύστερα από την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη.

Επίσης, ξεδιπλώνεται η ευλογημένη γη της Ιωνίας: Καρατάσι, Μπελαβίστα, Συβρισάρι, Μάλκατζα, Μπουτζά,  Μπουνάρμπασι  Κορδελιό, Γκιοζ Τεπέ, Κασαμπάς, Σεβδίκιοϊ,  Παρά-δεισος,  Κοκάργιαλι, Κορδελιό, Αγία Τριάδα, Καραμπουρούν, Εγγλεζονήσι, Σιβρί Χισάρ, Βατζίκια,  Γκιουλ Μπαξέ, Αλάτσατα, Μαινεμένη, Φώκαια, Αϊβαλί, Αϊδίνι, Τσεσμέ.

Αναδύονται αισθησιακές γεύσεις του κόσμου της ανατολής: μπακλαβάς, σεκέρ λουκούμι, κουρκουμπίνια, σαραγλί,  λουκουμάδες,  λουκούμια, ζαχαρωτά, καραμέλες, ρέγκα, κεφτέδες, παστουρμάς,  ιμάμ μπαγιλντί, τσίροι, κέφαλοι,  γκιοβρέκια, κατιμέρια, ξερά σύκα, σταφίδες, τουρσιά, ελιές, μπαχαρικά,  αρώματα από βότανα, σαπούνια, λουλάκι,  καρεφούλι, πιπέρι και κύμινο,  ήχοι από ζίλια,  σαντούρι, τουμπελέκια.

Διάχυτη είναι και η στοχαστική διάθεση του συγγραφέα, απόσταγμα της πείρας της ζωής. Ο λόγος του καταλήγει αποφθεγματικός: «Έτσι είναι η ζωή των ανθρώπων: αστραπή»,   «Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει», «Στη φύση ήταν κρυμμένο το μυστικό της ζωής», «Τις στιγμές της οδύνης,  η αγάπη παίρνει τους ανθρώπους από το χέρι, τους οδηγεί σε καταφύγιο»,  «Τα πάθη, όταν γραπώνουν τους ανθρώπους, δύσκολα αποκολλώνται από πάνω τους. Η λύτρωση έρχεται μετά την καταστροφή», «Άνθρωποι που ζουν ολομόναχοι είναι είτε τρελοί είτε άτυχοι»,  «Τι είναι η ζωή; μια μπουκουνιά», «Ο άνθρωπος ζυμώνεται με τον πόνο.  Μαθαίνει να τον αντέχει αλλά και να τον λησμονεί»,  «Η ζωή είναι ωραία κι ας έ-χει μπελάδες», «Οι καρδιές των ανθρώπων, όταν αγαπιούνται βρίσκουν τρόπους συνάντη-σης, να κατανοήσουν η μια την άλλη», «Κυνήγα, άνθρωπε, την μοίρα σου να μη σε κυνη-γήσει εκείνη»,  «Δύσκολα ελέγχουν τα πάθη και τις βλέψεις τους οι άνθρωποι», «Βαθύς ο πόνος του γονιού, όταν χάνει το παιδί του», «Η γνώση ακολουθεί τον έρωτα», «Η μοναξιά στο πένθος αρρωσταίνει το μυαλό», «Οι νεκροί δε γυρίζουν πίσω».

Ο συγγραφέας αναφέρεται, επιπλέον, στο σκοπό της τέχνης και εξαίρει την ευεργετική ε-πίδραση της  στη ζωή μας: «Οι πρόγονοί τους τα σμίλεψαν με θυσίες και μεράκι για να υ-μνήσουν την ομορφιά και να εκδικηθούν τη φθορά του χρόνου», η Λέλα,στις δύσκολες στιγμές της, ακούει μουσική ή ζωγραφίζει: «Μέσ’ από την τέχνη ξεπερνούσε τις δύσκολες καταστάσεις, τα βάσανά της. Φόρτωνε τα μυστικά της στις πεταλούδες και τα έστελνε στον κόσμο», ενώ ο Κερίμ αναφωνεί : «Σιτανέ, αν δεν υπήρχε η μαγεία της Τέχνης,  τι θα ήτον’ η ζωή μας;».

Πληθώρα επίσης λαογραφικών στοιχείων και θρύλων προάγουν την αυθεντικότητα: Έθιμα γάμου και θανάτου χριστιανών και μουσουλμάνων, τα  έθιμα του ραμαζανιού, η περιτομή,  το στεφάνι  της πρωτομαγιάς, το φύτεμα της λεύκας στον κήπο, κατά τη γέννηση παιδιού μουσουμανικής οικογένειας και το κρέμασμα της παλάμης του Μωάμεθ στο νεογέννητο για ευλογία, ο θρύλος του Μεχμέτ Αγά του Λαγού  και η αντιπαράθεση με τα κυπαρίσσια, ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, ο Αϊ-Βούκλας, η χήρα Χιντ, το μοίρασμα λιχουδιών  και λου-κουμάδων  στον κόσμο, στο τρίστρατο του Αϊ-Λευτέρη, με σκοπό να εξευμενιστούν οι νε-ράιδες.

Ο ρόλος του πεπρωμένου που καθορίζει τη μοίρα του ανθρώπου επανέρχεται πολλές φορές στο μυθιστόρημα: «Το Κισμέτ, παιδί μου. Εμείς οι μουσουλμάνοι πιστεύουμε ότι όλα είναι γραμμένα στο κούτελό μας», «Το Κισμέτ! Ό,τι έγραψε, αυτό και θα γίνει»,  «Το Κισμέτ! Είχε έρθει η ώρα να εκπληρωθεί το Κακό, και ποιος να το εμποδίσει;»,  «Το Κισμέτ ευθυνόταν για όλα!», «Έκανε το φονικό γιατί ήταν γραφτό. Το Κισμέτ.», «Τα ηξεύρω ούλα,  αλλά είμαι πιασμένος στον τροχό τσι μοίρας μας», «Το Κισμέτ. Ποιος να το αλλάξει; Ποιος έχει τέτοια δύναμη;»,  «Παιγνίδι στα χέρια της μοίρας της ήταν. Όμηρος ενός σκληρού πεπρωμένου που έπλεξε τον ιστό του  γύρω της», «Δεν πέρναγε από το μαυλό της το παιχνίδι κι  η συνωμοσία μοίρας», «Η Μοίρα, μια μαντηλοδεμένη γριά, ύφαινε τις τύχες όλων. Υπολόγιζε πότε να βά-λει το μαύρο νήμα, πότε το άσπρο. Είχε δικούς της νόμους να ορίζει τους ανθρώπους», «Την τελευταία φορά, που τον τράβηξε πάνω της, το κισμέτι άλλαξε: ευλόγησε τη μήτρα της να πολλαπλασιστεί», «Αλλιώς τον φανταζόταν η καθεμιά τους κι αλλιώς η μοίρα είχε από-φασίσει», «Οι  διαφορετικοί δρόμοι, που ακολουθούσαν, οφείλονταν στη μοίρα τους», «Πριν από λίγες μόνο μέρες, δε φανταζόταν ότι η μοίρα τούς είχε σκαρώσει τέτοιο τραγικό σχέδιο».  Όμως ο Χρήστος Ναούμ, ως ορθολογιστής, δεν ταυτίζεται πλήρως με αυτή την αντίληψη: «Το Κισμέτ; Να είναι ναι έτσι άραγε; Ή ευθυνόμαστε για όσα μάς συμβαίνουν;».

Η απάντηση του Χρήστου Ναούμ προκύπτει αβίαστα μέσα από τις σελίδες του Γιαρντίμ, Οι φλόγες της Ανατολής. Στις σελίδες του ίδιου μυθιστορήματος ανιχνεύονται στάσεις ζωής, όπως: να δείχνουμε ανοχή σε άλλους λαούς, θρησκείες και πολιτισμούς, «όπως όλα είχαν βρει τη θέση τους στην πόλη της ανοχής», κάτι που δοκιμάζεται στις μέρες μας,  να διδα-σκόμαστε  από την ήττα: «Μετά την ήττα, ανώφελα θρηνείς. Να διδάσκεσαι απ’ αυτήν και να επιστρέφεις στην ιστορία σου. Χώνεψε τη γνώση που σου έδωκε και φύλαξ’ την βαθιά στην καρδιά σου, γιε μου.», και να είμαστε  αισιόδοξοι: «Ζήστε, όλα αλλάζουν όλα περνούν».