Ο Μητσάρας κατέβασε το τζάμι και την διέταξε. «Έμπα, μωρή. Πού πας με τα πόδια;» και χαμογέλασε επιδεικνύοντας τα χρυσά δόντια του.
Η σαλεμένη Εύα νοιώθοντας έντονη αποστροφή και ναυτία επιτάχυνε το βήμα της και δεν γύρισε ούτε να τον κοιτάξει. Ο βίαιος αρραβωνιάρης της βγήκε από το αυτοκίνητό κι έτρεξε ξοπίσω της. Την έπιασε από το μπράτσο και την ανάγκασε να γυρίσει απότομα το πρόσωπό της προς τη μεριά του.

-«Παράτα με, τομάρι» και του κατάφερε την πέτρα, που βάσταγε, στο κεφάλι.

-«Σκάσε κι έμπα στ’ αυτοκίνητο,» φώναξε άγρια από το πόνο και την έπιασε από τους ώμους. Ένα μικρό κόκκινο ρυάκι έτρεξε προς το μάτι του. «Άκουσες, τι είπα; Πήδα μέσα,» την πρόσταξε και τής έδειξε το αυτοκίνητο του.

-«Άντε στον διάλο, γομάρι, παράτα με. Δεν θέλω, ρε, να σε ξαναδώ στα μάτια μου,» ούρλιαξε κι έκανε να ξεφύγει από τα χέρια του που την κράταγαν σφιχτά σαν τανάλια.

-«Πουτάνα. Δεν θα μου γλιτώσεις. Θα σε πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια,» κραύγασε και άρχισε να την σπρώχνει. Η Εύα αντιστεκότανε χτυπώντας τον στο στήθος με όση δύναμη είχε. Στο μεταξύ, ένας διερχόμενος οδηγός βλέποντας τον καυγά σταμάτησε στο πάρκιν. Τράβηξε χειρόφρενο και βγήκε αποφασισμένος να παρέμβει.

-«Τι τρέχει, ρε μάγκα; Το κορίτσι δεν σε γουστάρει, γιατί το σεκλετίζεις;» και πλησίασε ανασκουμπωμένος. «Μάζευέ τα και δίνε του.»

-«Κόφτο αλάνη και σύρε στο καλό. Ντράβαλα γυρεύεις;» έκανε ο Μητσάρας απελευθερώνοντας το χέρι της Εύας. Πλησίασε τον παρείσακτο ξένο κι ετοίμασε τις γροθιές του αλλά δεν πρόλαβε να τις ρίξει, γιατί ήδη ένα απρόσμενο γρονθοκόπημα τού άνοιξε την μύτη. Πιάστηκαν στα χέρια σε σκληρό αγώνα επικράτησης. Πότε τις έβρεχε ο ένας και πότε τις έτρωγε ο άλλος. Όταν ο Μητσάρας έφτυσε τα χρυσά δόντια του στα λασπόνερα, η Εύα αισθάνθηκε μια άγρια και παράφορη χαρά, γιατί τα είχε μισήσει από την πρώτη στιγμή, αφότου συνάντησε το χαμόγελο του. Ο νικητής σκούπισε τα ματωμένα χείλια του και τής έδειξε το αυτοκίνητο του. «Αν θες, έρχεσαι.» και γύρισε να φύγει.